Ο Ferdinand Tönnies γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου του 1885 στο Oldenswort της Γερμανίας.
Καταγόταν από μια αρκετά πλούσια οικογένεια, γεγονός που του εξασφάλισε αργότερα
μεγάλη οικονομική άνεση και ψυχική ισορροπία. Ο πατέρας του, August Tönnies, ήταν ένας εύπορος γαιοκτήμονας και κτηνοτρόφος
στην παραθαλάσσια πόλη Husum της Βόρειας Γερμανίας κοντά στα σύνορα με την σημερινή Δανία, μέρος όπου
εγκαταστάθηκε αργότερα η οικογένεια Tönnies. Έτσι ο Ferdinand Tönnies, που θα αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στην ιστορία της
κοινωνιολογίας ως ένας θερμός υποστηρικτής και γλαφυρός αναλυτής της κοινότητας
(Gemeinschaft),
θα γαλουχηθεί και θα ωριμάσει σε ένα περιβάλλον που βρίσκεται σε άμεση συσχέτιση
με την φύση, τους τοπικούς δεσμούς γειτνίασης και φιλίας, το ανιδιοτελές
πνεύμα, τα γνήσια ήθη και έθιμα, την ήρεμη οικογενειακή ζωή, και τέλος με την
ελεύθερη και ανιδιοτελή έκφραση της φυσικής βούλησης (Wesenwille), στοιχεία που συγκροτούν την ρομαντική εικόνα
της κοινότητας (Gemeinschaft). Από τους κοινωνιολόγους της γενιάς του, είναι ο μοναδικός που μεγάλωσε
σε επαρχιακή πόλη και όχι σε αστικό περιβάλλον.
Η ευχάριστη βιωματική εμπειρία της αυθεντικής Gemeinschaft σε συνδυασμό με
την ήρεμη και έμπλεη συναισθηματικότητας οικογενειακή ζωή ήρθε να μετριάσει το
άγχος αποχωρισμού που βίωσε ο Tönnies ως έφηβος, όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την
ζεστασιά και την απλότητα της επαρχιακής πόλης για να σπουδάσει σε μεγάλα
πανεπιστήμια της Γερμανίας. Αυτή η μετάβαση από την επαρχιακή κοινότητα στην
αστική κοινωνία, η οποία τελούσε υπό καθεστώς ραγδαίας εκβιομηχάνισης,
αποτέλεσε για τον Tönnies το
εφαλτήριο για την συγγραφή του μνημειώδους έργου του «Κοινότητα και Κοινωνία» (Gemeinschaft und Gesellschaft). Έτσι λοιπόν ο
επιλεγμένος τίτλος του θεμελιώδους έργου του αντανακλά τόσο την πραγματική
αντίθεση μεταξύ προβιομηχανικής και βιομηχανικής περιόδου, μιας αντίθεσης που
στις αρχές του 20ου αιώνα ολοένα και οξυνόταν, όσο και την
ψυχολογική εξέλιξη του ίδιου του συγγραφέα. Ο Tönnies πολλές φορές στο έργο του αναδεικνύει και
εγκωμιάζει την σπουδαιότητα της οικογένειας, την οποία θεωρεί κεντρικό πυρήνα
της κοινοτικής ζωής, εκφράζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μια νοσταλγική επιθυμία,
αλλά και μια καθήλωση στους κοινούς δεσμούς αίματος. Με λόγια του ίδιου του Tönnies: «Η ζωή της οικογένειας αποτελεί την γενική βάση
της Gemeinschaft όπως διατηρείται στο χωριό και στην ζωή της επαρχιακής πόλης. Η κοινότητα
του χωριού και οι ίδιες οι μικρές πόλεις μπορούν να θεωρηθούν σαν ευρείες
οικογένειες, ενώ οι διάφορες συγγενικές ομάδες και τα σπίτια αντιπροσωπεύουν
τους στοιχειώδεις οργανισμούς του σώματος της, ενώ οι συντεχνίες, οι
συνεταιρισμοί και οι υπηρεσίες εκφράζουν τους ιστούς και τα όργανα της πόλης».
Η μητέρα του Ferdinand Tönnies, η Ida Mau, προερχόταν από
οικογένεια Λουθηρανών με αυστηρές ηθικές αρχές. Ο πατέρας της μάλιστα ήταν
πάστορας. Έτσι λοιπόν ο Tönnies από
πολύ μικρή ηλικία θα μυηθεί στο θρησκευτικό δόγμα του προτεσταντισμού,
όμως με το οξυδερκές και κριτικό πνεύμα
του, θα συνειδητοποιήσει ότι η θρησκευτική πίστη, πέρα από την ικανοποίηση των
μεταφυσικών αναγκών του ανθρώπου επιτελεί και άλλη μια σημαντική λειτουργία στα
πλαίσια της Gemeinschaft. Αποτελεί όχι μόνο τον βασικό άξονα πάνω στον οποίο γίνεται εφικτός ο
κοινωνικός έλεγχος, αλλά και το συμβολικό μέσο ρύθμισης και συντονισμού των
μεμονωμένων εκφράσεων της φυσικής βούλησης. Όπως γράφει και ο ίδιος «Η εκκλησία
αποτελεί τον πραγματικό φορέα του ελέγχου». Αντίθετα στην πόλη και στους
μητροπολιτικούς σχηματισμούς η θρησκεία χάνει την σημασία της και οι
λειτουργίες της επιτελούνται πλέον από την δημόσια γνώμη της μάζας, η οποία
μεταφέρει και εκπροσωπεί την ηθική της Gesellschaft. Ο ίδιος ο Tönnies παρέμεινε σε όλη του την ζωή αγνωστικιστής και
μόνον προς το τέλος υποστήριξε ότι μπορεί να υπάρξει μια παγκόσμια αδογμάτιστη
θρησκευτική κοινότητα ικανή να ενσωματώσει και να υπηρετήσει ολόκληρη την
ανθρωπότητα, μια άποψη που συνάδει με την ακλόνητη πεποίθησή του για την
αναπτυξιακή πορεία του ατόμου από τις πρωτογενείς συνομαδώσεις του χωριού και
της επαρχιακής πόλης μέσω των αστικών συλλογικοτήτων των νεωτερικών μητροπόλεων
έως έναν κρατικό σοσιαλισμό οικουμενικής εμβέλειας. Αυτή του η αποστασιοποίηση
από την θρησκευτική πίστη και την δογματική προσκόλληση προήλθε σε έναν
σημαντικό βαθμό από την συναναστροφή του με τον γνωστό Γερμανό ποιητή Theodor Storm.
Το 1872 ο Tönnies ξεκίνησε σπουδές κλασικής φιλολογίας και ιστορίας
στα πανεπιστήμια της Ιένας, της Λειψίας, της Βόννης, του Βερολίνου και του
Τύμπιγγεν. Το 1877 αποκτά διδακτορικό δίπλωμα, ενώ ένα χρόνο αργότερα
μεταβαίνει στην Αγγλία για να μελετήσει το έργο του Thomas Hobbes, μια επιπλέον πανεπιστημιακή σπουδή, η οποία ήταν
ιδιωτική και χρηματοδοτήθηκε από την εύπορη οικογένειά του. Ο Tönnies θεωρείται ως ο ευρωπαίος επιστήμονας που έφερε
την αναθέρμανση και τον επαναπροσδιορισμό της φιλοσοφικής σκέψης του Hobbes. Το 1881 εκπονεί
διατριβή στο πανεπιστήμιο του Κίελου και γίνεται Privatdozent, ιδιότητα που του δίνει το δικαίωμα να δίνει
διαλέξεις. Το 1887 εκδίδει το θεμελιώδες και μνημειώδες έργο του «Gemeinschaft und Gesellschaft», το οποίο θα
επανεκδοθεί με φοβερή επιτυχία το 1912.
Ο Tönnies εντάσσεται σε διάφορους επιστημονικούς και
καλλιτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας και συναναστρέφεται μεταξύ άλλων γνωστές
και πνευματώδεις γυναίκες της εποχής του, όπως η ζωγράφος Franziska Gräfin zu Reventlow και η ψυχαναλύτρια Lou Andreas-Salome. Η τελευταία μάλιστα υπήρξε μαθήτρια του Sigmund Freud και αντικείμενο έντονου
πάθους του φιλοσόφου Friedrich Nitzsche, o οποίος έγινε περισσότερο μισάνθρωπος και
μηδενιστής όταν η Andreas-Salome του
αρνήθηκε να παντρευτούν. Ωστόσο ο Tönnies παντρεύτηκε την Marie Sieck με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά.
Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Τönnies με την οικογένειά του
μετακομίζει στο Αμβούργο, η πρώτη μεγάλη πόλη στην οποία αποφασίζει να
εγκατασταθεί. Το 1909 ιδρύει μαζί με τους Max Weber, Werner Sombart και Georg Simmel την Γερμανική Κοινωνιολογική Εταιρεία, στην οποία
υπήρξε πρόεδρος και δραστήριο μέλος
μέχρι το 1933. Την ίδια χρονιά (1909) γίνεται καθηγητής στο πανεπιστήμιο του
Κίελου. Κατόπιν δικής του επιθυμίας συνταξιοδοτείται από τα καθήκοντά του το
1916. Ακολουθούν δύσκολα χρόνια. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και η δεινή
οικονομική κατάσταση λόγω του πληθωρισμού αναγκάζει τον Tönnies και την οικογένειά του να πουλήσουν το σπίτι τους
στο Eutin και να
επιστρέψουν στο Κίελο. Εκεί αναλαμβάνει εκ νέου πανεπιστημιακά καθήκοντα και
διδάσκει κοινωνιολογία έως το 1933. Ταυτόχρονα δημοσιεύει συνεχώς εργασίες και
βιβλία, μέσα από τα οποία εκφράζει δημοσίως την αντίθεσή του προς την ιδεολογία
και το περιεχόμενο του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος. Η προσκόλλησή του στις
βαθιές αξίες του Διαφωτισμού και του δυτικοευρωπαϊκού πνεύματος καθώς και η
ασίγαστη επιθυμία του για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις δεν του επιτρέπουν να μην
αντιδράσει μπροστά στην επερχόμενη εθνικοσοσιαλιστική λαίλαπα. Αυτό βέβαια θα
του κοστίσει ακριβά. Η κυβέρνηση Χίτλερ καθαιρεί τον Tönnies από το αξίωμα του προέδρου της Γερμανικής
Κοινωνιολογικής Εταιρείας. Εις ένδειξη διαμαρτυρίας παραιτούνται αρκετά μέλη,
μεταξύ των οποίων και ο ημέτερος Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Οι δυνατότητες για
δημοσιεύσεις και για έκφραση των ρομαντικών κοινοτιστικών απόψεων του Tönnies περιορίζονται στο ελάχιστο, ένα σοβαρό πλήγμα για έναν πνευματικό άνθρωπο
που είχε γράψει ως τότε πάνω από δέκα βιβλία και αρκετές δεκάδες άρθρα. Η
σύνταξή του πέφτει στα επίπεδα της βασικής, γεγονός που τον αναγκάζει να
πουλήσει το μεγαλύτερο μέρος της πλούσιας βιβλιοθήκης του. Ο Ferdinand Tönnies πέθανε στο Κίελο στις 11 Απριλίου του 1936, σε
ηλικία 81 χρόνων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου