Η εννόηση του σώματος ως "αφήγηση του εαυτού" εισάγει στον διάλογο την ανάγκη για περιοδολόγηση της έννοιας του σώματος σε κοινωνιολογικά διαβαθμισμένες χρονικές περιόδους.
Από τη μία αναφέρεται η εποχή της Προ-νεωτερικότητας, η οποία στο σύνολό της χαρακτηρίζει και προσδιορίζει τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των απλών, αρχαϊκών κοινωνιών. Σε αυτές τις κοινωνίες επικρατεί αρχικά μια πολυθεϊστική και στη συνέχεια μια μονοθεϊστική κοσμοεικόνα, όπου ο άνθρωπος λατρεύει τις φυσικές δυνάμεις, τα ζώα και τα αντικείμενα αποδίδοντάς τους ανθρωπομορφικές ιδιότητες (πχ. ο Ποσειδώνας, ο θεός της θάλασσας).
Στην προ-νεωτερική εποχή το σώμα είναι γυμνό, εκτεθειμένο και φυσικά δοσμένο, ενώ πολλές φορές συγκροτεί ένα πεδίο εγγραφής των κοινωνικών αναπαραστάσεων, αντιλήψεων και των σχέσεων εξουσίας. Αυτό σημαίνει ότι το φυσικά δοσμένο σώμα νοούνταν ως βασικός όρος για τη συμμετοχή στην κοινωνική, πολιτική και επαγγελματική ζωή. Το πάσχον σώμα, το ανάπηρο σώμα σήμαινε στην προ-νεωτερική εποχή απόκλιση από τα καθιερωμένα πρότυπα περί κανονικότητας και υγείας, με συνέπεια αρκετές φορές την αιώνια καταδίκη του πάσχοντος σώματος σε αποκλεισμό και περιθωριοποίηση ή ακόμα και τη θανάτωσή του (πχ. ο Καιάδας στην αρχαία Σπάρτη).
Η δεύτερη μείζονα εποχή είναι αυτή της Νεωτερικότητας, η οποία ιστορικά τοποθετείται στην περίοδο του Διαφωτισμού και εκτείνεται μέχρι και τα τέλη του 20ου αιώνα. Η βιομηχανική επανάσταση, η εκμηχάνιση του τρόπου παραγωγής, η δημιουργία μεγάλων αστικών κέντρων, η διάκριση μεταξύ χώρου εργασίας και χώρου διαμονής, ο συνεχής εξορθολογισμός της κοσμοεικόνας και η ταυτόχρονη διαδικασία απομάγευσης του κόσμου από δαίμονες και φαντάσματα, προώθησαν και εδραίωσαν σταδιακά έναν ορθολογικό τρόπο σκέψης, βασισμένο στον υλισμό και στον άκρατο θετικισμό.
Σε αυτήν την περίοδο το ανθρώπινο σώμα αρχίζει να γίνεται αντικείμενο γνώσης από τις ιατρικές επιστήμες και γενικότερα από τις επιστήμες υγείας, ενώ παράλληλα καθίσταται υποκείμενο εξουσίας, αφού πλέον ελέγχεται, παρακολουθείται, μετριέται, αξιολογείται και ποσοτικοποιείται καθημερινά τόσο στον χώρο εργασίας με τους αυστηρούς κανόνες της οχτάωρης εργασίας όσο και γενικότερα στους τυπικούς θεσμούς της βιομηχανικής κοινωνίας (πχ. σχολείο, πανεπιστήμιο, οικογένεια) στοιχειοθετώντας μια νέα βιοπολιτική του σώματος. Η διαλεκτική ανάμεσα στο απειλητικό και στο απειλούμενο σώμα συγκροτεί εδώ τα πεδία ρύθμισης και ελέγχου του ανθρώπινου σώματος. Σταδιακά με την εντατικοποίηση της διαδικασίας εξατομίκευσης, το ενδιαφέρον στρέφεται στο σώμα και στην αισθητική του.
Η τρίτη περίοδος είναι αυτή της Ύστερης Νεωτερικότητας ή της Μετανεωτερικότητας. Βασικό γνώρισμα είναι το περιβάλλον ρευστότητας, η διάχυτη αβεβαιότητα, η μεταβαλλόμενη ταυτότητα, του ατόμου και το σώμα χωρίς όρια. Σε αντίθεση με τις δυο προηγούμενες περιόδους, όπου η σταθερότητα του πεδίου δράσης και της ατομικής ταυτότητας ήταν εν πολλοίς δεδομένα και πολλές φορές ετεροκαθορισμένα, στην εποχή της Μετανεωτερικότητας το ίδιο το άτομο καθίσταται συστημικά ο χειροτέχνης της ατομικής του βιογραφίας, ο κύριος εμπνευστής και αυτουργός της κοινωνικής του πορείας και σταδιοδρομίας, ακόμα και αν οι αποφάσεις περί μακροπρόθεσμου βιογραφικού σχεδιασμού πρέπει να ληφθούν υπό συνθήκες ρευστότητας και αβεβαιότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο το σώμα συνδέεται με την ταυτότητα και τον εαυτό. Καθημερινές αποδείξεις για αυτό είναι η συνεχώς διευρυνόμενη βιομηχανία αισθητικής του σώματος, όπως το γυμναστήριο, τα κέντρα αισθητικής, οι κρέμες περιποίησης, τα καλλυντικά και οι κάθε είδους τεχνικές και πρακτικές τροποποίησης του σώματος (πχ. τατουάζ, πίρσινγκ), οι οποίες άλλοτε είναι επώδυνες, αιματηρές και έχουν μόνιμα αποτελέσματα στο σώμα και άλλοτε είναι ανώδυνες, απλές, δεν απαιτούν βιο-ιατρική φροντίδα ούτε έχουν ανεξίτηλα σημάδια (πχ. χένα, αλλαγή κόμμωσης, εκγύμναση). Αυτή η διάκριση ανάμεσα σε ιατρικές και μη -ιατρικές παρεμβάσεις του σώματος, ως διαλεκτική κίνηση ανάμεσα στον επιστημονικό λόγο και την εμπορευματοποίηση της αισθητικής του σώματος απηχούν σε κάθε περίπτωση την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να επανακτήσει τον έλεγχο του εαυτού του και να κατασκευάσει μια μοναδική ταυτότητα σε ένα πολύπλοκο και ρευστό περιβάλλον. Εκεί που όλα κινούνται, μεταβάλλονται και αλλάζουν ραγδαία, αφαιρώντας από τα άτομα τη δυνατότητα άντλησης αισθήματος ασφάλειας και συνέχειας από τους τυπικούς θεσμούς, το ίδιο το σώμα ανατιμάται ως πεδίο εγγραφής της προσωπικής ιστορίας, ως ένα ανοιχτό και ενδεχομενικό σχεδίασμα (body project) που επιτρέπει την αναστοχαστική αφήγηση του εαυτού.