Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Η Ελλάδα μεταξύ Δύσης και Ανατολής: ένα "νήπιο χιλίων ετών";

Η τελευταία ημέρα του 2012 φεύγει σε γρι φόντο απηχώντας την καταθλιπτική διάθεση των Ελλήνων καθώς και τη γενικότερη μιζέρια της χειμαζόμενης από την κρίση Ελλάδας. Ένας απαιτητικός αγώνας μαραθωνίου δρόμου, χωρίς σαφή αίσθηση της απόστασης, με λιγοστούς σταθμούς ανεφοδιασμού και παρατεταμένη ανηφόρα, η οποία σε εξαντλεί. 

Μια σισύφεια προσπάθεια αποχωρισμού-εξατομίκευσης της ελληνικής κοινωνίας από τον αυστηρό και τιμωτηρικό γονέα της Δύσης, ο οποίος εμπνεόμενος από την προτεσταντική ηθική και τις συνακόλουθες απαγορεύσεις της ηδονικής κατανάλωσης και τις επιταγές του επαγγελματικού έθους, προτείνει, επιβάλλει και ελέγχει αυστηρά προγράμματα εξυγίανσης με κύριο χαρακτηριστικό τη λιτότητα. Λιτότητα ανοίκεια στην ελληνική κουλτούρα του χριστιανικού ορθόδοξου μυστικισμού και της βυζαντινής τυπολατρίας,της βραχυπρόθεσμης ορθολογικότητας και του αποφατισμού.

Με την κρίση ως αφορμή αναβιώνει η διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, μεταξύ προτεσταντικής ηθικής και ορθόδοξου μυστικισμού. Ανασύρεται στην επιφάνεια ο πραγματικός εαυτός της Ελλάδας, αγγίζοντας το σύνδρομο του παιδισμού. Όπως γράφει ο Ράμφος (2012): "Κοιταζόμαστε στον μαγικό  καθρέφτη της ιστορικής πραγματικότητας και δεν αναγνωριζόμαστε. Αντικρύζομε ένα νήπιο χιλίων ετών χωρίς επαφή με τα δρώμενα και με ανεξέλεγκτη συναισθηματική υπερβολή, ένα λαό του οποίου η πολιτισμική συνθήκη είναι ευάλωτη καθώς δέχεται μιμητικά και αναφομοίωτα τα εισαγόμενα από τον ανεπτυγμένο σύγχρονο κόσμο προϊόντα και ερεθίσματα". Όλα αυτά συνιστούν τροχοπέδη για την συγκρότηση ενός αυτοκαθοριζόμενου και αυτόνομου υποκειμένου, αποφεύγοντας μάλιστα επιλογές και δράσεις που θα έθεταν σε κίνδυνο την ισορροπία που συνδέεται με την παράδοση. Έτσι λοιπόν καταλήγει ο Ράμφος ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη από έναν φύλακα άγγελο, ο οποίος νουθετεί αλλά ταυτόχρονα συντηρεί και ενίοτε ενισχύει την παιδικότητα και τη συναισθηματική ανωριμότητα. Χαρακτηριστικό είναι το εξής: "Το παρελθόν καταπίνει τον χρόνο ο οποίος θα ζωντάνευε την παράδοσι, ενώ η εμμονή στη ρίζα δημιουργεί ψυχολογίες φυτών με αισθητήρια όργανα προσαρμοσμένα στην ακινησία."

Η υψηλή αβεβαιότητα εντοπίζει πρόσφορο έδαφος στον ανώριμο και ανοχύρωτο άνθρωπο. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται έντονο άγχος. Μάλιστα τις περισσότερες φορές πρόκειται για παραλυτικό άγχος, ικανό να υποδουλώσει τον άνθρωπο στην ισχυρή πατρική εξουσία. Μια ασύμμετρη σχέση πατέρα - παιδιού.  


Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Amour: Που είναι η αγάπη;


Ο Ζώρζ και η Ανν, ένα ζευγάρι συνταξιούχων καθηγητών μουσικής κοντά στα ογδόντα, ζουν σε ένα μεγαλοαστικό διαμέρισμα στο κέντρο του Παρισιού. Αν και ηλικιωμένοι, δείχνουν ακόμα ερωτευμένοι και ζωντανοί. Μοιράζονται τις καθημερινές τους δραστηριότητες, παρακολουθούν ακόμα μουσικές παραστάσεις και συναυλίες, διαβάζουν λογοτεχνία, ενημερώνονται από εφημερίδες, τρώνε μαζί πρωινό, συζητάνε για διάφορα. Έχουν μια κόρη, η οποία ζει στο Λονδίνο. Είναι παντρεμένη με έναν Άγγλο.

Το διαμέρισμά τους επιβλητικό και δεικτικό εσωτερικής καλλιέργειας και πνευματικής συγκρότησης: βιβλία, δίσκοι, ένα μεγάλο πιάνο και πίνακες ζωγραφικής. Η σχέση του ζευγαριού είναι γεμάτη αγάπη, τρυφερότητα, αλληλοσεβασμό, πράγμα που καταδεικνύεται με τον κομψό και αριστοκρατικό τρόπο της επικοινωνίας τους. Τα χρόνια που ζουν μαζί ως ζευγάρι πρέπει να είναι περισσότερα από αυτά που έζησαν μόνοι τους.

Ένα βράδυ, επιστρέφοντας από μια συναυλία κλασικής μουσικής, ο Ζωρζ διαπιστώνει ότι κάποιος είχε προσπαθήσει να παραβιάσει την κλειδαριά του διαμερίσματός τους. Σαν μια απειλή, μια έξωθεν εισβολή να τους «χτυπάει την πόρτα». Ο επίδοξος κλέφτης και το συνακόλουθο αίσθημα εισβολής εγγράφονται στο ασυνείδητο του ζευγαριού ως ένα φοβογόνο αντικείμενο, εισάγοντας με αυτόν τον τρόπο στην ατμόσφαιρα και την πλοκή του έργου το κλείστρο και το κλειστοφιλικό σύμπτωμα του ζευγαριού.

Δεν είναι τυχαίο ότι από αυτήν τη σκηνή του έργου και μετά, όλη η ιστορία διαδραματίζεται εντός του διαμερίσματος, αποκλείοντας τον εξωτερικό χώρο και κατά συνέπεια τον άγνωστο, τον ξένο τρίτο που συμβολίζει την απειλή. Όπως κάθε ηλικιωμένος που νιώθει απειλημένος και λειτουργεί με γνώμονα την προφύλαξη, έτσι και η Ανν προς στιγμήν ανησυχεί, αλλά ο Ζωρζ την ηρεμεί, κλειδώνοντας ψύχραιμα και προσεχτικά την πόρτα. Ωστόσο, η εισβολή έρχεται αυτόκλητη την επόμενη ημέρα. Αυτή τη φορά μέσα από το σπίτι.

Την ώρα που ο Ζωρζ και η Ανν τρώνε το πρωινό τους στην κουζίνα, η Ανν ξαφνικά αποκόπτεται από την πραγματικότητα και «παγώνει» για ορισμένα λεπτά, χωρίς συνείδηση, άλαλη, ανίκανη να αντιδράσει σε κάτι που της ζητάει ο Ζωρζ. Μένει για λίγα λεπτά με βλέμμα απλανές, γεγονός που προκαλεί τρομερή ανησυχία και αγωνία στον Ζωρζ. Προσπαθεί να την συνεφέρει. Ανοίγει την βρύση της κουζίνας και βρέχει μια πετσέτα. Αφού την διπλώσει την ακουμπάει στο κεφάλι της Ανν. Η βρύση συνεχίζει να τρέχει μεταφέροντας στον θεατή την ρευστή αγωνία και το άγχος του Ζωρζ.

Όταν η Ανν συνήλθε, έδειχνε σαν να μην έχει συμβεί τίποτε, σαν ο αντικειμενικός χρόνος απλά να κόλλησε για λίγο με την ίδια να συμπαρασύρεται αναπόδραστα μαζί του. Τελικά, μετά από ιατρικές εξετάσεις διαπιστώνεται ότι η Ανν πάσχει από μια ασθένεια στην καρωτίδα, η οποία στη συνέχεια της προκαλεί εγκεφαλικά επεισόδια και σταδιακή παράλυση. 

Ο χρόνος αρχίζει να μετράει αντίστροφα για το ζευγάρι. Χάριν της οικονομικής τους άνεσης η παροχή ιατρικής και νοσηλευτικής φροντίδας παρέχεται κατά βάση στο σπίτι. Ο Ζώρζ αναλαμβάνει την ευθύνη και την αρμοδιότητα περιποίησης και φροντίδας της άρρωστης Ανν. Όσο αντέχει δηλαδή, όσο συγκρατεί τον θυμό του απέναντι στη ματαίωση της αιώνιας αγάπης.
Με την έναρξη της ασθένειας η εξωτερική βιο-ιατρική υποστήριξη και η οργανωμένη – θεσμική νοσηλευτική φροντίδα απορρίπτονται. Για άλλη μια φορά πιστοποιείται η απουσία του εξωτερικού συστήματος αναφοράς για το ζευγάρι, η οποία ερμηνεύεται ως διαταρακτική και κατά συνέπεια ως απειλητική.

Η χωρική απόσταση ανάμεσα στο νοσοκομείο που θα ήταν η Ανν και στο σπίτι που θα ζούσε μόνος ο Ζωρζ σηματοδοτεί στο ψυχικό πεδίο μια πρόωρη και έξωθεν επιβεβλημένη αποσύνδεση από το καλό αντικείμενο και παράγει για τον Ζωρζ ανυπόφορα συναισθήματα άγχους αποχωρισμού. Έτσι το αίτημα για παραμονή στο σπίτι και αντιστροφή της κλινικής πράξης ικανοποιείται παρά την κρισιμότητα του απειλούμενου σώματος της Ανν.

Πάλι το εκτός μεταποιείται και μεταγράφεται στο εντός, το απειλητικό-έξω μεταβολίζεται σε ανεκτικό-μέσα, ενισχύοντας το κλειστοφιλικό σύμπτωμα του ζευγαριού, ως άμυνα απέναντι στο φοβογόνο αντικείμενο, απέναντι στην ασθένεια που απειλεί να διαρρήξει τη σχέση και να διχοτομήσει την ενότητα του ζευγαριού.

Το κλειστοφιλικό σύμπτωμα απηχεί την υποταγή του ζευγαριού στο αναπόδραστο της ασθένειας. Ο σκηνοθέτης παραθέτει συστηματικά την τριάδα «εγκλείω, εγκλείομαι, κοιμάμαι» για να υπογραμμίσει την παράδοση -υποταγή του ζευγαριού στην αποσυνδετική – αντιλιβιδινική λειτουργία της ασθένειας. «Εγκλείω», σημαίνει την εισδοχή καλών αντικειμένων στον χώρο του ζευγαριού, όπως πχ. η κόρη με τον άντρα της, ο μαθητής μουσικός, ο γείτονας που κουβαλάει τα ψώνια. «Εγκλείομαι» σημαίνει ότι περιστοιχίζομαι στον χώρο της οικειότητας, στο εντός, ενώ το «κοιμάμαι» υποδηλώνεται κυρίως προς το τέλος του έργου με την Ανν να είναι κλινήρης και να κοιμάται.

Το όνειρο του Ζωρζ είναι αποκαλυπτικό για την εξέλιξη του έργου: καθώς είναι στο σπίτι χτυπάει το κουδούνι. Σηκώνεται, ξεκλειδώνει την πόρτα και ρωτάει ποιός είναι. Κανείς. Αρχίζει να βγαίνει προς τον διάδρομο της πολυκατοικίας και να ψάχνει αυτόν που χτύπησε το κουδούνι, ρωτώντας δυνατά «ποιος είναι;». Μάταια. Κανείς δεν είναι εκεί. Προχωρώντας βλέπει ότι ο διάδρομος είναι γεμάτος  νερά, τα πόδια του μουσκεύουν και το πρόσωπό του δείχνει απορημένο. Ξαφνικά μια σκοτεινή ύπαρξη έρχεται από πίσω και του κλείνει το στόμα.

Το όνειρο – εφιάλτης παρουσιάζει την προβολή του κακού, της απειλής της θανατερής ασθένειας στο εκτός-διαμερίσματος. Το εκτός σημαίνει θάνατο. 

Με γνώμονα τη θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων το λανθάνον περιεχόμενο του ονείρου μας δίνει την πραγματική εικόνα του ζευγαριού. Ο θάνατος που έρχεται να πάρει την Ανν σε αυτό το κρύο, υγρό και άχρωμο περιβάλλον, τελικά θα πάρει μαζί του και τον Ζώρζ. Αυτό που δείχνει ο σκηνοθέτης είναι υπό μια ψυχαναλυτική σκοπιά η «ταύτιση μέσω του επιτιθέμενου»: η αποδιοργανωτική απειλή που βιώνει ο Ζωρζ από την επικείμενη απώλεια της Ανν (καλό αντικείμενο) ενεργοποιεί τον αμυντικό μηχανισμό της ταύτισης μέσω του επιτιθέμενου. Ο επιτιθέμενος, η σκοτεινή και θανατερή ύπαρξη που κλείνει τρομακτικά το στόμα του Ζωρζ είναι η ίδια η Ανν, η οποία θα πάρει μαζί της τον Ζωρζ στον άλλο κόσμο. Η κίνηση του κλεισίματος του στόματος υποδηλώνει την «σιωπή χωρίς αντίλογο» (Ποταμιάνου 2007), εννοώντας τον θάνατο της ύπαρξης.

Η κατάσταση της υγείας της Ανν επιδεινώνεται προοδευτικά. Το σώμα της παραλύει, κινείται πλέον μόνο με αναπηρικό αμαξίδιο εντός του σπιτιού, ενώ σταδιακά χάνει την ομιλία της. Προς το τέλος η Ανν δεν είναι σε θέση να κινηθεί ούτε να μιλήσει, ακριβώς όπως το βρέφος. Άλλωστε η περιποίηση που δέχεται από τον Ζωρζ υπογραμμίζει τη μεταβολή των ρόλων. Ο Ζωρζ γίνεται η μητέρα της ανήμπορης Ανν.

Όσο η Ανν καταπονείται και εξαντλείται από την ασθένεια ο Ζωρζ βιώνοντας την απειλή του άγχους αποχωρισμού και της οριστικής εξαφάνισης του καλού αντικειμένου, φαίνεται να εκφράζει έμπρακτα τον θυμό του. Παραδείγματα για αυτό είναι η λεκτική διαμάχη με την κόρη του για δήθεν πλημμελή φροντίδα της Ανν, η έντονη σύγκρουση και εξύβριση με την νοσηλεύτρια, μέχρι την τελική πράξη της ενεργητικής ευθανασίας. Αυτή η κλιμάκωση συμπλέκεται σε κάθε περίπτωση με την άρση της αμφιθυμίας του Ζωρζ και τη συνακόλουθη σχάση καλού και κακού αντικειμένου.

Η Joan Riviere (2008) αναφέρει σχετικά με την έννοια του καλού αντικειμένου: «Ο πόθος κατοχής καλών αντικειμένων μπορεί να αναφέρεται σε οποιοδήποτε φανταστικό πράγμα, που μπορεί να ξυπνήσει την ιδέα του καλού, ή μπορεί  να αναφέρεται σε όλα: υλικά αποκτήματα, σωματικά ή διανοητικά χαρίσματα, πλεονεκτήματα και προνόμια. (…) αν τα αποκτήσουμε, αποδεικνύουμε ότι είμαστε καλοί εμείς οι ίδιοι, γεμάτοι από καλά αντικείμενα, και ότι είμαστε και εμείς, σε αντάλλαγμα, άξιοι αγάπης, σεβασμού και τιμής.   Αλλά εκτός από αποδείξεις είναι ταυτόχρονα και εγγυήσεις ενάντια στους φόβους μας για κάποιο εσωτερικό κενό, ενάντια στις κακές μας τάσεις που μας κάνουν να νιώθουμε το συναίσθημα ότι είμαστε κακοί και γεμάτοι κακά αντικείμενα για τον εαυτό μας και για τους άλλους. Τα καλά αντικείμενα μας χρησιμεύουν επίσης και σαν άμυνα ενάντια στον φόβο μας για τιμωρίες ή για ποινές, που θα μπορούσαν να επιβάλλουν οι άλλοι ενάντιά μας (…) (Riviere 2008: 48).

Φαίνεται λοιπόν ότι το καλό αντικείμενο λειτουργεί και ως ρυθμιστής της επιθετικότητας του ατόμου, στον βαθμό που συγκρατεί και μεταβολίζει τα μη αποδεκτά και διαταρακτικά στοιχεία. Ενδεχόμενη απώλεια του καλού αντικειμένου ανατρέπει αυτήν την ψυχική ισορροπία και αποδεσμεύει ενορμητικές καταστροφικές κινήσεις στον ψυχισμό, ενεργοποιώντας τον αμυντικό μηχανισμό της σχάσης (spliting) ανάμεσα στο καλό και το κακό αντικείμενο.   

Εδώ μιλάμε για το πέρασμα από την «καταθλιπτική θέση»  στην «σχιζοειδή-παρανοϊκή θέση» της Melanie Klein, όπου η στέρηση και ματαίωση των αναγκών δεν βιώνονται πλέον ως φυσική απουσία της μητέρας και του καλού γαλακτοφόρου στήθους, αλλά ως παρουσία ενός κακού, διωκτικού και δηλητηριώδους μαστού που επιτίθεται στο βρέφος. Αυτό βέβαια δεν συνδέεται πλέον με το άγχος αποχωρισμού, αλλά με το άγχος αφανισμού.

Μην αντέχοντας ο Ζωρζ να βιώνει αυτήν την κατάσταση, σε κάποια ανύποπτη στιγμή βουτάει το μαξιλάρι από το κρεβάτι της Ανν και πνίγει την αιώνια αγάπη του. Πιέζει το μαξιλάρι στο πρόσωπο της αδύναμης και ανήμπορης Ανν, μέχρι που ξεψυχάει. Ο ίδιος ξεσπάει σε λυγμούς και αρχίζει να γράφει σημειώματα, προϊδεάζοντας τον θεατή για το μοιραίο.

Φαντάσματα υπάρξεων πλέον, ο Ζωρζ και η Ανν, στο τέλος του έργου, αποχωρούν από το σπίτι. Μαζί. 


Προτεινόμενη βιβλιογραφία
Melanie Klein / Joan Riviere (2008): Η αγάπη και το μίσος. Η ανάγκη της επανόρθωσης. Αθήνα. 
Ποταμιάνου, Άννα (2007): Μονοπάτια θανάτου. Στίξεις και αντιστίξεις. Αθήνα.