Στην προβιομηχανική εποχή η κατανομή εργασίας ήταν περιορισμένη σε έκταση και βάθος. Οι ασχολίες των ατόμων περιορίζονταν σε έναν αγροτικό χώρο που ανέπτυσσε ελάχιστες οικονομικές σχέσεις με εμπορικές ενώσεις, πόλεις, μοναστήρια και άλλες κοινωνικές ομάδες. Επικρατούσε μια εξισωτική αρχή, σύμφωνα με την οποία οι πόλεις συμμαχούσαν πρώτα με πόλεις, τα μοναστήρια με μοναστήρια, οι συντεχνίες με συντεχνίες, αποδεικνύοντας ότι δεν είχαν την αυτοσυνείδηση του ισότιμου μέλους ενός συγκροτημένου σώματος, με την έννοια ενός οργανικού συνόλου. Δεν υπήρχε δηλαδή μια φανερή υπερκείμενη αρχή στη βάση της οποίας θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι ανήκει σε ένα σύνολο διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Πολύ περισσότερο η πρόσδεση και συμμετοχή σε μια ομάδα σήμαινε για το άτομο αποκλεισμό απ’ όλες τις άλλες. Αν για παράδειγμα κάποιος εργαζόταν ως υφαντής, ήταν δεσμευμένος να αναπτύσσει όχι μόνο οικονομικές αλλά και κοινωνικές σχέσεις με τις υπόλοιπες συντεχνίες του κλάδου του, και ουσιαστικά να συναναστρέφεται μόνο με άτομα που ανήκουν σε όμοιες συντεχνίες. Τα υπόλοιπα ενδιαφέροντα έμεναν απ’ έξω, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της ανάπτυξης της ατομικής προσωπικότητας σε στενά και προκαθορισμένα όρια.
Η προσωπικότητα του καθενός διαμορφωνόταν από την πρόσδεση του σε μια κοινωνική ομάδα. Για παράδειγμα η προσωπικότητα και η κοινωνική ζωή ενός ιερέα καθοριζόταν αποκλειστικά από την υπαγωγή του στο ιερατείο και από τίποτε άλλο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το άτομο αποτελούσε ένα απλό μέλος-εξάρτημα σε όλη αυτήν την υπόθεση χωρίς να ενδιαφέρει κανέναν η ατομική του προσωπικότητα και χωρίς ουσιαστικά να διαδραματίζει κάποιο σημαντικό ρόλο στην ψυχική σύσταση των ενώσεων, μιας και αυτές υπήρχαν ανεξάρτητα από το άτομο. Όπως παρατηρεί και ο Simmel: «Τον Μεσαίωνα η πρόσδεση σε μια ομάδα απορροφούσε το άτομο στο σύνολό του και δεν υπηρετούσε μόνο έναν στιγμιαίο σκοπό αντικειμενικά προσδιορισμένο. Ήταν μάλλον μια συνένωση όλων εκείνων που είχαν συνδυασθεί για χάρη του σκοπού αυτού, ενώ η συνένωση απορροφούσε την συνολική ζωή του καθενός» (Simmel 1998: 171).
Το έθνος, η εκκλησιαστική κοινότητα, η πόλη, η κοινωνική θέση, το επάγγελμα, η οικογένεια, η συντεχνία είναι ορισμένα ανθρώπινα σύνολα στα οποία εντάσσεται το άτομο. Αυτό που χαρακτηρίζει τις κοινωνικές συνομαδώσεις ως ομόκεντρες είναι πάνω απ’ όλα το ότι η συμμετοχή σε μικρότερες ομάδες σημαίνει ήδη συμμετοχή και στις ευρύτερες.
Για παράδειγμα στην προβιομηχανική εποχή, η επαγγελματική ενασχόληση του ατόμου με κάποια τέχνη σήμαινε αυτόματα συμμετοχή σε μια συντεχνία, έλεγχο από τις εμπορικές συνενώσεις, υπαγωγή στην τοπική θρησκευτική κοινότητα, ένταξη στο πολιτικό και διοικητικό καθεστώς της πόλης και τέλος ενσωμάτωση στο έθνος. Αυτές οι κοινωνικές ομάδες αγκαλιάζουν το άτομο αυτόματα από τη στιγμή που εντάσσεται σε μια απ’ αυτές. Η αποφυγή της αυτόματης ένταξης στις ευρύτερες ομάδες ήταν μάταιη και έξω από τα πλαίσια των ατομικών δυνατοτήτων.
Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι μεταξύ των ομάδων δεν υπάρχουν αμοιβαίες σχέσεις με την έννοια της οργανικής συνοχής. Πολύ περισσότερο πρόκειται για συνενώσεις που λειτουργούν σχετικά ανεξάρτητα μεταξύ τους και αφομοιώνουν πλήρως τα ιδιαίτερα συστατικά στοιχεία της ατομικής προσωπικότητας, χωρίς να αφήνουν περιθώρια ελεύθερης επιλογής. Ουσιαστικά η εύρυθμη λειτουργία της προβιομηχανικής κοινωνίας βασίζεται στην πλήρη συγχώνευση του ατόμου σε ένα ομοιογενοποιημένο σύνολο.
Αυτό εκφράζεται ακόμα και με τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένη η πολιτισμική σφαίρα στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της υπαίθρου και των προαστιακών περιοχών. Το χαρακτηριστικό τους όπως αναφέρει και ο Richard Sennett «…ήταν η πρόσβαση όλων των μελών της κοινότητας του χωριού σε όλες τις δραστηριότητες της: η κουλτούρα του χωριού ήταν διάχυτη διότι δεν υπήρχαν ξεκομμένες ή απομονωμένες κοινωνικές περιοχές. Μολονότι υπήρχε διαχωρισμός μεταξύ εργασίας και κοινωνικής θέσης, ο χαρακτήρας των ξεχωριστών δραστηριοτήτων ήταν γνωστός στον καθένα (Sennett 2003: σσ. 77).
Ωστόσο, η δράση του ατόμου δεν εποπτεύεται μόνο από την άμεση ομάδα στην οποία ανήκει, αλλά και από αυτές που βρίσκονται στην ευρύτερη περιφέρεια. Έτσι λοιπόν, πολλές φορές η παραπτωματική συμπεριφορά του ατόμου ενεργοποιούσε ταυτόχρονα κατασταλτικούς μηχανισμούς και νομικές διαδικασίες από διαφορετικά πεδία. «Εάν στην υστερομεσαιωνική Φραγκφούρτη ένα μέλος της συντεχνίας δεν είχε πληρώσει τις υποχρεώσεις του για στρατιωτική υπηρεσία, ετιμωρείτο από τον επικεφαλής της συντεχνίας, αλλά και από το Συμβούλιο της πόλης» (Simmel 1998: 170). Η παρέκκλιση της συμπεριφοράς ήταν ταυτόσημη με την αναζήτηση κάτι καινούργιου, κάτι διαφορετικού που βρίσκεται εκτός του κοινού αισθήματος του «συνανήκειν» και που μπορεί να αποτελέσει απειλή για την ταυτότητα της κοινότητας. Το να θίξεις την τιμή και την αξιοπρέπεια μιας ομάδας σημαίνει προσβολή της συλλογικής συνείδησης και της εξισωτικής συνεκτικότητας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου