Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Εισαγωγή στον Georg Simmel. Μέρος 8ο. Διασταυρωμένες ομάδες και βιομηχανική εποχή



Η σταδιακή αύξηση του καταμερισμού της εργασίας αποτελεί τον κινητήριο μοχλό για τη μετάβαση από τις ομόκεντρες στις διασταυρωμένες ομάδες. Οι φυσικές κλίσεις, τα ταλέντα, οι δεξιότητες και τα ενδιαφέροντα του ατόμου δεν μπορούν να αναπτυχθούν και να εκφρασθούν αποτελεσματικά σε μια ομοιογενοποιημένη κοινωνική δομή που προσπαθεί να προβάλλει προς τα έξω τη συλλογική ομοιότητα και ταυτόχρονα να απωθήσει την ετερότητα ως μια λανθάνουσα απειλή. 

Ο καταμερισμός της εργασίας δημιουργεί έναν πλουραλισμό δραστηριοτήτων, στη βάση των οποίων μπορούν να θεμελιωθούν πλέον σχέσεις ανταγωνισμού και συνεργασίας. Βαθμιαία η κοινωνία αρχίζει να ανακατασκευάζεται από την ανάδυση λειτουργικά διαφοροποιημένων κοινωνικών υποσυστημάτων, τα οποία τελούν υπό καθεστώς αμοιβαίας οργανικής αλληλοδιείσδυσης. Οι ψυχικοί δεσμοί με τη συγγένεια, τη γειτνίαση και τη συντροφικότητα αναγνωρίζονται ακόμα ως πρωταρχικοί, αλλά το δικαίωμα τους για αποκλειστικότητα και κυριαρχική επιρροή στη βιογραφική εξέλιξη του ατόμου αρχίζει να απομονοπωλείται από τη δυνατότητα πολλαπλών ομαδικών συσχετίσεων. Η κοινωνία προσδιορίζει τη δομή της μέσα από το άτομο και το άτομο προσδιορίζει την ταυτότητά του μέσα από τις ομάδες. Όπως γράφει και Simmel: «Σήμερα μπορεί κανείς ν’ ανήκει πέρα από την επαγγελματική θέση του σε μιαν επιστημονική ομάδα, μπορεί να παρακάθεται σ’ ένα συμβούλιο διευθυντών μιας εταιρείας και να κατέχει μια επίτιμη θέση στην διοίκηση μιας πόλης. Το πρόσωπο αυτό θα καθορίζεται κοινωνιολογικά σαφέστερα όσο λιγότερο η συμμετοχή του σε μια ομάδα δεν του επιτρέπει την συμμετοχή του σ’ άλλη» (Simmel 1998: 172). 
Αυτό βέβαια που έχει βαρύνουσα σημασία από κοινωνιολογικής πλευράς είναι η ανάπτυξη της ατομικότητας. Σύμφωνα με την ανάλυση του Simmel κάτι τέτοιο είναι δυνατό όταν το άτομο προσχωρεί σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες διασταυρώνονται μεταξύ τους και μάλιστα όταν το σημείο επαφής τους είναι το ίδιο το άτομο. Κάθε νέα κοινωνική ομάδα στην οποία υπάγεται το άτομο του παρέχει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Επιπλέον το να επιδιώξει κανείς τα συμφέροντά του και το να ικανοποιήσει τις ανάγκες του αποτελεί σε αυτό το σημείο μια πρακτική που δεν υπάγεται σε εγωιστικά και απομονωμένα σχήματα, αλλά γίνεται σε άμεση αναφορά και συσχέτιση με τους άλλους. Όσο μεγαλύτερος είναι τώρα ο αριθμός των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και ενώσεων στις οποίες είναι ενσωματωμένο το άτομο, τόσο πιο απίθανο είναι να βρεθεί ένα άλλο άτομο που να παρουσιάζει τον ίδιο ακριβώς συνδυασμό ομαδικών προσδέσεων. Με αυτόν τον τρόπο η έννοια της ατομικότητας κερδίζει μεγαλύτερη αξία, αφού ο συγκεκριμένος συνδυασμός ομαδικών προσδέσεων διαμορφώνει μια μοναδική προσωπικότητα. Έτσι προβάλλεται προς τα έξω η εικόνα ενός πολύπλευρου και πολυαξιακού κοινωνικού κόσμου όπου η ατομικότητα αποκτά υπόσταση μέσω πολλαπλών ομαδικών προσδέσεων. Άτομο και κοινωνία βρίσκονται πλέον σε μια σχέση αλληλοσυμπλήρωσης. Όπως γράφει και Simmel: «Έτσι μπορεί να πει κανείς ότι η κοινωνία προκύπτει από το άτομο και το άτομο προκύπτει από την συνένωση. Ένας προχωρημένος πολιτισμός διευρύνει όλο και περισσότερο τις κοινωνικές ομάδες που ανήκουμε με το σύνολο της προσωπικότητάς μας, αλλά ταυτόχρονα το άτομο είναι φτιαγμένο να στηρίζεται στις ίδιες του τις δυνάμεις σε μια μεγαλύτερη έκταση και αποστερείται από πολλά στηρίγματα και πλεονεκτήματα που σχετίζονται με την στενά υφασμένη πρωτογενή ομάδα. Έτσι η δημιουργία ομάδων και ενώσεων, όπου οποιοσδήποτε αριθμός προσώπων μπορεί να συμμετάσχει με βάση το συμφέρον του σ’ έναν κοινό σκοπό, αντισταθμίζει την απομόνωση της προσωπικότητας που αναπτύσσεται, διασπώντας τα στενά όρια των προηγούμενων συνθηκών» (Simmel 1998:185).
            Βλέπουμε λοιπόν ότι η μετακύλιση από τις ομόκεντρες και περιοριστικές στις διασταυρωμένες και ανοιχτές ομάδες και ενώσεις σηματοδοτεί μια νέα κοινωνική εποχή όπου υπάρχει αρκετός χώρος για εξατομίκευση και ανάπτυξη προσωπικότητας. Ωστόσο, ο Simmel τονίζει ευθαρσώς την αμφισημία αυτής της εξέλιξης, θυμίζοντάς μας ότι στην εξελικτική διαδικασία  του δυτικού πολιτισμού υπάρχει και μια σκοτεινή πλευρά. Στο δοκίμιό του «Ο ιστός των κοινωνικών ομάδων» αναφέρει ο Simmel δυο παράδοξα συνεπακόλουθα της αντικατάστασης των ομόκεντρων από τις διασταυρωμένες ομάδες, δύο εκτροχιασμούς της σύγχρονης οντολογίας:

1.             Η αποσύνδεση του ατόμου από πρωτογενείς συνάφειες αλληλεγγύης και υποστήριξης και η επανασύνδεσή του σε πιο ειδικευμένες και εξατομικευμένες μορφές κοινωνικής οργάνωσης συνάδει με μια απώλεια οντολογικής ασφάλειας και βεβαιότητας. Η απεριόριστη ελευθερία κινήσεων και επιλογών δημιουργούν στον σύγχρονο άνθρωπο ένα αίσθημα άγχους, ως αντίδραση στα καθημερινά διλήμματα και τις πρακτικές αμφιβολίες του αστικού τρόπου ζωής.
2.             Η πολλαπλότητα ομαδικών προσδέσεων ναι μεν οδηγεί σε μια σημαντική ολοκλήρωση των πτυχών της ατομικής προσωπικότητας, δημιουργεί όμως παράλληλα και εσωτερικές, ψυχικές εντάσεις που μπορεί να έχουν μέχρι και «σχιζοφρενική κατάληξη». Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι μέσω των πολλαπλών ομαδικών προσδέσεων ενσωματώνονται επίσης αλληλοσυγκρουόμενες προσδοκίες ρόλου, οι οποίες φθείρουν την ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων και συντηρούν ένα δυναμιτισμένο κλίμα. «Οι τάσεις ολοκλήρωσης και σύγκρουσης ενισχύονται αμοιβαία» (Simmel 1998: 164) .    

Αυτό βέβαια που αποκτά κυριαρχική σημασία για τη μελέτη και την ανάλυση ανθρωπίνων κοινοτήτων και συνομαδώσεων είναι η κοινωνιολογική θέση του Simmel περί του ιδεατού χαρακτήρα του ιστού συνοχής των σύγχρονων κοινωνικών ομάδων. Πέρα από γεωγραφικά όρια, εδαφικά σύνορα και συγκεχυμένες τοπικότητες μπορεί να αρθρωθεί ένα κοινό αίσθημα του «εμείς», μια συλλογική ταυτότητα, μια σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτό που κάνουμε εμείς και σε αυτό που κάνουν οι άλλοι. Οι σύγχρονες ομάδες και συνενώσεις μπορούν πλέον να εδράζονται σε αφηρημένα σύμβολα και γενικές συμβάσεις που υπερβαίνουν την τοπικότητα, χωρίς να αλλοιώνουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και τον τρόπο οργάνωσης τους. Όπως γράφει και ο Simmel: «Στο στάδιο αυτό κάθε συσχέτιση που δεν είναι τοπική προσλαμβάνει έναν χαρακτήρα περισσότερο ιδεατό. Αποτελεί το σημάδι μιας υψηλότερης κοινωνικής ανάπτυξης, το γεγονός ότι η ομαδική συνοχή μπορεί να υπερβεί τους τοπικούς δεσμούς και παρ’ όλα αυτά να είναι απόλυτα ρεαλιστική και συγκεκριμένη» (Simmel 1998: 165).    


Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Εισαγωγή στον Georg Simmel. Μέρος 7ο: Ομόκεντρες ομάδες και προβιομηχανική εποχή


Στην προβιομηχανική εποχή η κατανομή εργασίας ήταν περιορισμένη σε έκταση και βάθος. Οι ασχολίες των ατόμων περιορίζονταν σε έναν αγροτικό χώρο που ανέπτυσσε ελάχιστες οικονομικές σχέσεις με εμπορικές ενώσεις, πόλεις, μοναστήρια και άλλες κοινωνικές ομάδες. Επικρατούσε μια εξισωτική αρχή, σύμφωνα με την οποία οι πόλεις συμμαχούσαν πρώτα με πόλεις, τα μοναστήρια με μοναστήρια, οι συντεχνίες με συντεχνίες, αποδεικνύοντας ότι δεν είχαν την αυτοσυνείδηση του ισότιμου μέλους ενός συγκροτημένου σώματος, με την έννοια ενός οργανικού συνόλου. Δεν υπήρχε δηλαδή μια φανερή υπερκείμενη αρχή στη βάση της οποίας θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι ανήκει σε ένα σύνολο διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Πολύ περισσότερο η πρόσδεση και συμμετοχή σε μια ομάδα σήμαινε για το άτομο αποκλεισμό απ’ όλες τις άλλες. Αν για παράδειγμα κάποιος εργαζόταν ως υφαντής, ήταν δεσμευμένος να αναπτύσσει όχι μόνο οικονομικές αλλά και κοινωνικές σχέσεις με τις υπόλοιπες συντεχνίες του κλάδου του, και ουσιαστικά να συναναστρέφεται μόνο με άτομα που ανήκουν σε όμοιες συντεχνίες. Τα υπόλοιπα ενδιαφέροντα έμεναν απ’ έξω, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της ανάπτυξης της ατομικής προσωπικότητας σε στενά και προκαθορισμένα όρια.

Η προσωπικότητα του καθενός διαμορφωνόταν από την πρόσδεση του σε μια κοινωνική ομάδα. Για παράδειγμα η προσωπικότητα και η κοινωνική ζωή ενός ιερέα καθοριζόταν αποκλειστικά από την υπαγωγή του στο ιερατείο και από τίποτε άλλο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το άτομο αποτελούσε ένα απλό μέλος-εξάρτημα σε όλη αυτήν την υπόθεση χωρίς να ενδιαφέρει κανέναν η ατομική του προσωπικότητα και χωρίς ουσιαστικά να διαδραματίζει κάποιο σημαντικό ρόλο στην ψυχική σύσταση των ενώσεων, μιας και αυτές υπήρχαν ανεξάρτητα από το άτομο. Όπως παρατηρεί και ο Simmel: «Τον Μεσαίωνα η πρόσδεση σε μια ομάδα απορροφούσε το άτομο στο σύνολό του και δεν υπηρετούσε μόνο έναν στιγμιαίο σκοπό αντικειμενικά προσδιορισμένο. Ήταν μάλλον μια συνένωση όλων  εκείνων που είχαν συνδυασθεί για χάρη του σκοπού αυτού, ενώ η συνένωση απορροφούσε την συνολική ζωή του καθενός» (Simmel 1998: 171).

 Το έθνος, η εκκλησιαστική κοινότητα, η πόλη, η κοινωνική θέση, το επάγγελμα, η οικογένεια, η συντεχνία είναι ορισμένα ανθρώπινα σύνολα στα οποία εντάσσεται το άτομο. Αυτό που χαρακτηρίζει τις κοινωνικές συνομαδώσεις ως ομόκεντρες είναι πάνω απ’ όλα το ότι η συμμετοχή σε μικρότερες ομάδες σημαίνει ήδη συμμετοχή και στις ευρύτερες.

Για παράδειγμα στην προβιομηχανική εποχή, η επαγγελματική ενασχόληση του ατόμου με κάποια τέχνη σήμαινε αυτόματα συμμετοχή σε μια συντεχνία, έλεγχο από τις εμπορικές συνενώσεις, υπαγωγή στην τοπική θρησκευτική κοινότητα, ένταξη στο πολιτικό και διοικητικό καθεστώς της πόλης και τέλος ενσωμάτωση στο έθνος. Αυτές οι κοινωνικές ομάδες αγκαλιάζουν το άτομο αυτόματα από τη στιγμή που εντάσσεται σε μια απ’ αυτές. Η αποφυγή της αυτόματης ένταξης στις ευρύτερες ομάδες ήταν μάταιη και έξω από τα πλαίσια των ατομικών δυνατοτήτων.

Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι μεταξύ των ομάδων δεν υπάρχουν αμοιβαίες σχέσεις με την έννοια της οργανικής συνοχής. Πολύ περισσότερο πρόκειται για συνενώσεις που λειτουργούν σχετικά ανεξάρτητα μεταξύ τους και αφομοιώνουν πλήρως τα ιδιαίτερα συστατικά στοιχεία της ατομικής προσωπικότητας, χωρίς να αφήνουν περιθώρια ελεύθερης επιλογής. Ουσιαστικά η εύρυθμη λειτουργία της προβιομηχανικής κοινωνίας βασίζεται στην πλήρη συγχώνευση του ατόμου σε ένα ομοιογενοποιημένο σύνολο.

Αυτό εκφράζεται ακόμα και με τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένη η πολιτισμική σφαίρα στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της υπαίθρου και των προαστιακών περιοχών. Το χαρακτηριστικό τους όπως αναφέρει και ο Richard Sennett «…ήταν η πρόσβαση όλων των μελών της κοινότητας του χωριού σε όλες τις δραστηριότητες της: η κουλτούρα του χωριού ήταν διάχυτη διότι δεν υπήρχαν ξεκομμένες ή απομονωμένες κοινωνικές περιοχές. Μολονότι υπήρχε διαχωρισμός μεταξύ εργασίας και κοινωνικής θέσης, ο χαρακτήρας των ξεχωριστών δραστηριοτήτων ήταν γνωστός στον καθένα (Sennett 2003: σσ. 77).

Ωστόσο, η δράση του ατόμου δεν εποπτεύεται μόνο από την άμεση ομάδα στην οποία ανήκει, αλλά και από αυτές που βρίσκονται στην ευρύτερη περιφέρεια. Έτσι λοιπόν, πολλές φορές η παραπτωματική συμπεριφορά του ατόμου ενεργοποιούσε ταυτόχρονα κατασταλτικούς μηχανισμούς και νομικές διαδικασίες από διαφορετικά πεδία. «Εάν στην υστερομεσαιωνική Φραγκφούρτη ένα μέλος της συντεχνίας δεν είχε πληρώσει τις υποχρεώσεις του για στρατιωτική υπηρεσία, ετιμωρείτο από τον επικεφαλής της συντεχνίας, αλλά και από το Συμβούλιο της πόλης» (Simmel 1998: 170). Η παρέκκλιση της συμπεριφοράς ήταν ταυτόσημη με την αναζήτηση κάτι καινούργιου, κάτι διαφορετικού που βρίσκεται εκτός του κοινού αισθήματος του «συνανήκειν» και που μπορεί να αποτελέσει απειλή για την ταυτότητα της κοινότητας. Το να θίξεις την τιμή και την αξιοπρέπεια μιας ομάδας σημαίνει προσβολή της συλλογικής συνείδησης και της εξισωτικής συνεκτικότητας.