Οι αρχικές σκέψεις του Simmel για την κοινωνική διαφοροποίηση (soziale Differenzierung) εμπνέονται κατά κόρον από τον κοινωνικό εξελικτισμό και δαρβινισμό του Herbert Spencer, κυρίως σε ότι αφορά την παραδοχή ότι η ανάπτυξη και η εξέλιξη ενός οργανισμού διαθέτει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ικανότητα προσαρμογής στο περιβάλλον. Βέβαια, στην εξέλιξη του έργου του, ο Simmel, αποκήρυξε τον κοινωνικό εξελικτισμό και την ανάλυση του Κοινωνικού με οργανικούς-βιολογικούς όρους και περιορίστηκε σε μια “λειτουργιστική” (functionalistic) προσπέλαση των κοινωνικών μορφών, η οποία αργότερα έδωσε τη θέση της στην «φιλοσοφία της ζωής» (Lebensphilosophie), ένα φιλοσοφικό ρεύμα του 19ου αιώνα που αντιτίθεται στον στείρο θετικισμό και ορθολογισμό.
Η διαφοροποίηση του κοινωνικού πεδίου ενεργοποιεί τις διαδικασίες εξατομίκευσης. Κεντρική είναι εδώ η θέση ότι οι μηχανισμοί διαφοροποίησης της κοινωνίας διανοίγουν ευρύτερα πεδία που προωθούν και ενθαρρύνουν τη δημιουργία νέων συνδέσεων μεταξύ ατόμων, προκρίνοντας τη συνομάδωση, την ανάπτυξη του ατόμου και την εκδίπλωση της ατομικότητας. Σε αυτό το σημείο ο Simmel μπορεί να θεωρηθεί ως ένας από τους πρωτεργάτες της θεωρίας της εξατομίκευσης, αφού περιγράφει και αναλύει τους μηχανισμούς με τους οποίους καθίσταται εφικτή η αποδέσμευση του ατόμου από προκαθορισμένες, κλειστές, τοπικές, παραδοσιακές και ομόκεντρες ομάδες και η (επαν)ενσωμάτωσή του σε εξειδικευμένες, ευρύτερες, ανοιχτές, πολλαπλές και περιεκτικές συνομαδώσεις, οι οποίες εφάπτονται ή διασταυρώνονται μεταξύ τους. Ενώ λοιπόν στις κοινωνίες με χαμηλό βαθμό διαφοροποίησης οι ομάδες απορροφούν το άτομο και το καθορίζουν κοινωνικά, στις σύγχρονες διαφοροποιημένες κοινωνίες, είναι οι ομάδες αυτές που πρέπει να προσαρμοστούν στο άτομο. Αυτή την εξέλιξη ο Simmel την περιγράφει ως τη μετάβαση από τις "ομόκεντρες ομάδες" στις "ομάδες που διασταυρώνονται", μια έννοια που ουσιαστικά ιχνογραφεί τις διαφορές μεταξύ της προβιομηχανικής και της βιομηχανικής κοινωνίας.
Σε συνέχεια της περιγραφής των διαδικασιών κοινωνικής διαφοροποίησης παρατίθενται οι αντίστοιχες διαδικασίες στο πεδίο του ατόμου (εξατομίκευση):
1. Ειδίκευση: το κάθε άτομο είναι πλέον ελεύθερο να αποφασίσει πού θα εργαστεί και με ποιον θα συνεταιριστεί. Σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα, τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες που διαθέτει, μπορεί να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, αποκτώντας ένα είδος μοναδικότητας. Μοναδικότητα σημαίνει εν προκειμένω ότι η επαγγελματική δραστηριότητα και η επαγγελματική διαδρομή του ατόμου, το τοποθετούν πλέον σε μια συγκεκριμένη κοινωνική θέση. Επιπρόσθετα η θέση εργασίας, η οποία απαιτεί ορισμένες δεξιότητες και γνώσεις από το άτομο, δεν απορροφά το σύνολο της προσωπικότητάς του, αλλά αντανακλά μόνο ένα μέρος της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το άτομο καθίσταται ξεχωριστό μέσα από την εργασία και την προσφορά του στο κοινωνικό σύνολο. Επιπλέον η οικειοθελής υπαγωγή του ατόμου σε εργατικές συνενώσεις και κοινωνικές ομάδες-μια πρακτική που είναι αρκετά διαδεδομένη στις βιομηχανικές κοινωνίες-μπορεί να θεωρηθεί σε αυτή τη νοηματική συνάφεια ως ένα παράγωγο της σύγχρονης ειδίκευσης.
2. Διαφοροποίηση ρόλων: με την έννοια ρόλος αντιλαμβανόμαστε στην κοινωνιολογία το σύνολο των προσδοκιών συμπεριφοράς που τρέφει ένας αριθμός ατόμων απέναντι στον κάτοχο μια συγκεκριμένης κοινωνικής θέσης. Ουσιαστικά πρόκειται για παγιωμένες συμπεριφορές που θα πραγματοποιηθούν σε μια ορισμένη περίσταση. Για παράδειγμα ο ρόλος κάποιου ως «πατέρας» εντάσσεται πρωτίστως στο οικογενειακό περιβάλλον, όπου εκεί εντοπίζεται και η κοινωνική θέση «πατέρας». Ωστόσο, η στάση και η συμπεριφορά του «πατέρα» εξαρτάται και πλάθεται ως ένα βαθμό από το τι περιμένουν οι άλλοι (σύζυγος, παιδιά, συγγενείς, κ.α.) απ’ αυτόν καθώς και από το πώς περιμένουν να αντιδράσει σε διαφορετικές καταστάσεις. Η διαφοροποίηση ρόλων έρχεται τώρα να πολλαπλασιάσει τις κοινωνικές θέσεις των σύγχρονων ανθρώπων και μαζί τους να αυξήσει γεωμετρικά τον αριθμό των συσχετιζόμενων ατόμων καθώς και τον αριθμό των αντίστοιχων προσδοκιών συμπεριφοράς. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το άτομο δεν ορίζεται πλέον μόνο φυλογενετικά και οντογενετικά ως «πατέρας», αλλά και επαγγελματικά ως μισθωτός υπάλληλος, συνάδελφος όπως και κοινωνικά ως καταναλωτής, πολίτης κτλ. Μέσα από τη διαδικασία διασταύρωσης των κοινωνικών ομάδων προκύπτει ένας υπέρογκος αριθμός ατόμων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα σε ένα σύνθετο και αξιακά πλουραλιστικό πεδίο δραστηριοτήτων, το οποίο στις σύγχρονες κοινωνίες κατέχει τη μορφή ενός κοινωνικού δικτύου. Εδώ ο Simmel θέτει τα κοινωνιολογικά θεμέλια για τη θεωρία των κοινωνικών δικτύων, υπογραμμίζοντας τη δυναμική της εξατομίκευσης και ειδικότερα την πρόσδεση και τη σύνδεση του ατόμου με διαφορετικές ομάδες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου