Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Εισαγωγή στον Georg Simmel. Μέρος 3ο: τα κοινωνικά απριόρι


Επιχειρώντας μια νεο-καντιανή θεώρηση του Κοινωνικού, ο Simmel διατυπώνει τρία διακριτά κοινωνικά απριόρι, τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά «ενεργές συνθήκες» ή «μορφές κοινωνικοποίησης». Σε αυτό το πλαίσιο διακρίνει τρεις απριοριστικές συνθήκες, τρεις δηλαδή έννοιες που προϋπάρχουν και οι οποίες καθιστούν δυνατή την ύπαρξη της κοινωνίας αλλά και της ανθρώπινης οντότητας μέσα σε αυτήν:
1. Η αρχή της γενίκευσης στην ανθρώπινη αλληλεπίδραση
Εδώ ο Simmel κάνει λόγο για γενικές κατηγορίες ή γενικούς τύπους ατομικότητας που καθορίζουν την ποιότητα στη διαπροσωπική επαφή και που υπερβαίνουν υποκειμενικές διαθέσεις, προσωπικές εμπειρίες, προκαταλήψεις, συμπάθειες, αντιπάθειες και ατελείς γνώσεις. «Παρουσιάζουμε κάθε άνθρωπο σαν εκείνο τον ανθρώπινο τύπο στον οποίο η ατομικότητά του αφήνεται να του ανήκει, πράγμα που έχει ιδιαίτερη συνέπεια στην προς αυτόν πρακτική συμπεριφορά μας, τον σκεφτόμαστε μόνο κάτω από μια καθολική κατηγορία που δεν τον καλύπτει απόλυτα, και ούτε ο ίδιος την καλύπτει πλήρως» (Simmel 1998: 22). Αναγνωρίζεται υπερβατικά η τάση της ανθρώπινης φύσης να ταυτίζει την ανθρώπινη εικόνα, την οποία παρατηρεί, με τον αντίστοιχο γενικευμένο τύπο ατομικότητας. Μέσα από την πολλαπλότητα των επιμέρους γνωρισμάτων που κατασκευάζει ο άνθρωπος για να χαρακτηρίσει μια ατομικότητα π.χ. καλός-κακός, όμορφος-άσχημος, κτλ., αναφύεται ο κατακερματισμός της ανθρώπινης γνώσης και ταυτόχρονα η έξη για «ανασυγκρότηση των θραυσμάτων εκείνων που προσφέρονται στην γενικότητα ενός τύπου και στην πληρότητα της ιδεατής του πραγματικότητας» (Simmel 1998: 23).
2. Η διττή θέση του ατόμου στην κοινωνία, η διπολικότητα της κοινωνικής θέσης
Η υπαγωγή του ατόμου σε μια ομάδα προϋποθέτει όχι μόνο κοινά ενδιαφέροντα, κοινές κλίσεις και όμοιες πεποιθήσεις με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, αλλά και «ότι το άτομο σε σχέση με ορισμένες πλευρές της προσωπικότητας του δεν αποτελεί στοιχείο της ομάδας» (Simmel 1998: 25). Εδώ ο Simmel ενδιαφέρεται για το «εκτός τούτου» της κοινωνικής θέσης του ατόμου, για το «πέραν» της ατομικότητας, για το «εξωκοινωνικό» στοιχείο και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ενσωμάτωση και αποκλεισμός αποτελούν τη διαφορετική όψη του ίδιου νομίσματος. Το ότι κάποιος συμμετέχει στις δραστηριότητες μια συγκεκριμένης ομάδας σημαίνει καταρχήν ότι εκθέτει δημόσια ένα μέρος της προσωπικότητάς του, ενώ το υπόλοιπο το αποκρύπτει. «Γνωρίζουμε ότι ο υπάλληλος δεν είναι απλώς ένας υπάλληλος, ο έμπορος δεν είναι απλώς ένας έμπορος, ο αξιωματικός δεν είναι απλώς ένας αξιωματικός. (...) Αυτό το εξωκοινωνικό αποτελεί το ταμπεραμέντο και το απόθεμα των εμπειριών του, τα συμφέροντα και την αξία της προσωπικότητάς του (...) προσφέρει στο άτομο, με τον καθένα που έρχεται σ’ επαφή κάθε φορά, μια ορισμένη απόχρωση, διαπερνώντας την κοινωνική του εικόνα με εξωκοινωνικά αβαρή στοιχεία» (Simmel 1998: 26). Ωστόσο, ο ποσοτικός καθορισμός του «εξωκοινωνικού», του «πέραν» μιας συγκεκριμένης κοινωνικής θέσης διαφοροποιείται ανάλογα με την εποχή. Για παράδειγμα, στην προβιομηχανική εποχή ο καθολικός ιερέας ασκεί το λειτούργημά του κατ’ αποκλεισμό όλων των υπόλοιπων κοινωνικών ιδιοτήτων, αφού «το εκκλησιαστικό λειτούργημα καλύπτει εντελώς και καταβροχθίζει το ατομικό του είναι» (Simmel 1998: 26). Ο αντίθετος πόλος εντοπίζεται ασφαλώς στη σύγχρονη βιομηχανική εποχή, όπου «τα πρόσωπα μεταβάλλονται απλά σε μέσα ανταλλαγής λειτουργιών και αντιλειτουργιών που συμβαίνουν σύμφωνα με αντικειμενικούς κανόνες (...) (Simmel 1998: 26). Εξελικτικά, η συμπαγής και ενιαία ολότητα της βιογραφικής πορείας και της κοινωνικής διαδρομής των ατόμων διαφοροποιείται εσωτερικά, με αποτέλεσμα η υπαγωγή του ατόμου σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες να απαιτεί στις σύγχρονες κοινωνίες πολύ συγκεκριμένες πτυχές της προσωπικότητάς του, όχι όμως το σύνολο της προσωπικότητας. 
3. Το απριόρι της κοινωνικής θέσης
Θέλοντας να τονίσει τη σημαντικότητα της σχέσης μεταξύ ατόμου και κοινωνίας επινοεί ο Simmel ένα κοινωνιολογικό απριόρι που διαδραματίζει ένα ρυθμιστικό, σταθμιστικό αλλά και κατευθυντικό ρόλο όσον αφορά στη θέση του ατόμου στην ετερογενή και πολύπλοκη κοινωνία. Όπως αναφέρει και ο ίδιος: «Το γεγονός ότι κάθε άτομο, λόγω της ποιότητάς του, αναφέρεται αυτόματα σε μια καθορισμένη θέση μέσα στον κοινωνικό του περίγυρο, το γεγονός ότι η θέση αυτή που ιδανικά του ανήκει είναι πράγματι υπαρκτή, αποτελεί μια προϋπόθεση με την οποία το άτομο διάγει βασικά την κοινωνική του ζωή και την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίζαμε σαν καθολική αξία της ατομικότητας» (Simmel 1998: 35). Για να μπορέσει το άτομο να νοηματοδοτήσει κοινωνικά τη ζωική του ορμή και να εντοπίσει τη θέση του μέσα στο σύνολο, έτσι ώστε να επιτελεί συγκεκριμένες λειτουργίες και να προσφέρει στους υπόλοιπους θα πρέπει να αναζητήσει το επάγγελμα που του ταιριάζει ανάλογα με τις ιδιαίτερες κλίσεις και τα προσωπικά του προσόντα. Έτσι το κοινωνιολογικό απριόρι μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: η κοινωνία προσφέρει στο άτομο μια θέση που προϋποθέτει κάποια αντικειμενικά κριτήρια, ενώ το άτομο καταλαμβάνει  τη θέση αυτή βάσει προσωπικών και υποκειμενικών δεξιοτήτων.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: