Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Εισαγωγή στον Georg Simmel. Μέρος 2ο: η νεο-καντιανή προσέγγιση του υποκειμένου


Ο διαχωρισμός υποκειμένου-αντικειμένου είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της κοινωνικής σκέψης του Simmel. Όπως πολλοί διανοούμενοι της εποχής του, έτσι και ο Simmel επηρεάστηκε ως ένα βαθμό από τις φιλοσοφικές αρχές του Immanuel Kant, απ’ όπου δανείζεται το γνωσιοθεωρητικό εργαλείο των a priori κατηγοριών. Ενώ ο Kant θέτει ως πρωταρχικό ερώτημα το «πώς είναι δυνατή η φύση;» και αναζητάει τους απριοριστικούς όρους συγκρότησης της, εκκινάει ο Simmel από το ερώτημα «πώς είναι δυνατή η κοινωνία;».
Στο καντιανό ερώτημα η απάντηση αξιώνει ην έλλογη δυνατότητα του ανθρώπου για υποκειμενική εμπειρία. Για τον Kant φύση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο το έλλογο υποκείμενο αντιλαμβάνεται τα πράγματα και προσπαθεί να τα συναρμολογήσει σε λογικές αλληλουχίες.  Έτσι λοιπόν οτιδήποτε υπάρχει έξω από το έλλογο υποκείμενο μπορεί να γίνει αντιληπτό στην ανθρώπινη συνείδηση και να εντυπωθεί από τις αισθήσεις, διαμορφώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την υποκειμενική αναπαράσταση της φύσης. «Οι δεδομένες αυτές συλλήψεις του έγχρωμου, του γευστικού, του τόνου, των θερμοκρασιών, των αντιστάσεων, των οσμών, που διελαύνουν από την συνείδησή μας με την τυχαία ακολουθία της υποκειμενικής εμπειρίας, δεν αποτελούν ακόμη φύση καθαυτές, αλλά γίνονται φύση με την δράση του πνεύματος που τις συναρμολογεί σε αντικείμενα, σε σειρές αντικειμένων, σε υποστάσεις και σε ιδιότητες καθώς και σε αλληλουχίες αιτίων και αιτιατών» (Simmel 1998:15). Κεντρική θέση στο φιλοσοφικό στοχασμό του Kant κατέχει το υποκείμενο, το οποίο ουσιαστικά μεσολαβεί μεταξύ φύσης και πραγματικότητας και διαμορφώνει αναπαραστάσεις των αντικειμένων με βάση την πλοήγηση του πνεύματός του. Ωστόσο, ο Simmel δίνει μια διαφορετική λύση στο πρόβλημα του «πώς είναι δυνατή η κοινωνία;», απορρίπτοντας εκ προοιμίου την καταναγκαστική συνθήκη του θεωρούντος υποκειμένου στη συγκρότηση του Κοινωνικού. Όπως αναφέρει και ο ίδιος: «Αντίθετα η ενότητα της κοινωνίας πραγματώνεται από τα στοιχεία της χωρίς πρόσθετη μεσολάβηση και χωρίς την ανάγκη ενός παρατηρητή επειδή τα στοιχεία αυτά είναι συνειδητά και συνθετικώς ενεργά. Το καντιανό θεώρημα ότι η σύνδεση δεν ενυπάρχει ποτέ στα πράγματα καθώς παράγεται μόνο από το υποκείμενο, δεν είναι αληθινό για την κοινωνική συσχέτιση που πραγματοποιείται μάλλον αμέσως στα πράγματα και στην περίπτωση αυτή στις ατομικές ψυχές. Η κοινωνική αυτή σύνδεση, ακόμη, σαν σύνθεση παραμένει κάτι το καθαρά ψυχικό και χωρίς παραλληλία με τις δομές του χώρου και τις αμοιβαίες επιδράσεις τους. Στην περίπτωση όμως της κοινωνίας η σύνδεση δεν απαιτεί κανένα παράγοντα πέρα από τα στοιχεία της καθώς το καθένα από αυτά εξασκεί την λειτουργία που η ψυχική ενέργεια του θεατή πραγματώνει με το εξωτερικό περιβάλλον. Η συνείδηση συγκρότησης μιας ενότητας με τους άλλους είναι η πραγματική πλήρης ενότητα στην περίπτωση της κοινωνίας που ασφαλώς σημαίνει, από την μια μεριά, όχι την αφηρημένη συνείδηση της έννοιας της ενότητας αλλά τις αναρίθμητες σχέσεις των μονάδων, το αίσθημα της γνώσης να καθορίζεις και να καθορίζεσαι από τους άλλους, ενώ από την άλλη μεριά ένας τρίτος θεατής μπορεί να προβεί σε μια ακόμη σύνθεση των προσώπων που συγκροτούν την κοινωνία, (...) (Simmel 1998: 17). 
Σε αυτό το σημείο ο Simmel προσπαθεί να χαρίσει στην κοινωνιολογία μια καινοφανή οπτική, αφού ανασυγκροτεί έντεχνα την αναλυτική διάκριση μεταξύ μορφής και περιεχομένου. Ως  μορφή ορίζει ο Simmel μια εδραιωμένη έκφανση των ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων, όπως είναι για παράδειγμα η ομάδα, το κράτος, ο ανταγωνισμός, το κόμμα, η εξουσία κτλ. Οι μορφές που μπορεί να βρει κάποιος στην κοινωνία είναι χωροχρονικά μεταβαλλόμενες και εξαρτώμενες από το περιεχόμενό τους. Έτσι λοιπόν η κοινωνική μορφή «κράτος» δεν περιγράφει ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός ή ένα κοινωνιολογικό φαινόμενο μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, αλλά πολύ περισσότερο ένα παγιωμένο πλέγμα σχέσεων επικυριαρχίας-υποταγής, το οποίο ενδέχεται να μεταβληθεί ως προς τα ιδιοσυστατικά του μέρη από την ψυχική ενέργεια που περιέχει. 
Ως περιεχόμενο ορίζει ο Simmel τις ανάγκες, τις επιθυμίες, τα συμφέροντα, τις πεποιθήσεις, τις ψυχικές ενορμήσεις κα. Κάπου εδώ διαχωρίζεται η επιστημολογική προσέγγιση του Simmel από αυτήν του Weber, στο βαθμό που η εννοιολόγηση κάποιων κοινωνικών φαινομένων δεν προσδιορίζεται από υψηλή νοηματική συνάφεια και πιθανολογικά εγγυημένη αιτιακή καταλληλότητα, όπως συμβαίνει με τις ιδεοτυπικές κατασκευές του Weber. Δεν ενδιαφέρει τον Simmel η σχέση αιτίας-αιτιατού, αλλά η ιδιοσυστασία των ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων που στο σύνολό τους συγκροτούν αυτό που ονομάζεται κοινωνία. Με αυτή τη λογική ο ανταγωνισμός είναι μια συγκεκριμένη μορφή αλληλεπίδρασης που το περιεχόμενό της ταυτίζεται με αντικρουόμενα αντικειμενικά συμφέροντα. Ο ίδιος ο Simmel γνωρίζει ότι η αναλυτική διάκριση μορφής και περιεχομένου είναι μια κατασκευή του επιστήμονα που εξυπηρετεί την ανάγκη για καλύτερη μελέτη των κοινωνικών φαινομένων και ότι ως τέτοια δε συναντάται στην πραγματικότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: