Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Εισαγωγή στον Georg Simmel. Μέρος 6ο: Ομόκεντρες και διασταυρωμένες ομάδες

Στο κλασικό δοκίμιο του Simmel «Ο ιστός των κοινωνικών ομάδων» (Die Kreuzung sozialer Kreise) περιγράφεται με γλαφυρό τρόπο η διεύρυνση της ατομικότητας και της δημιουργίας ανοιχτών και υπερτοπικών συνομαδώσεων ως αποτέλεσμα της μετάβασης από την φεουδαρχικά οργανωμένη κοινωνία στη βιομηχανική κοινωνία και τον αστικό πολιτισμό. Σε αυτό το πλαίσιο η έννοια της ομόκεντρης ομάδας αποτελεί το κοινωνιολογικό ισοδύναμο της προβιομηχανικής-φεουδαρχικής κοινωνίας, ενώ η έννοια των διασταυρωμένων ομάδων το κοινωνιολογικό ισοδύναμο της βιομηχανικής κοινωνίας.

Σε αντίθεση με πολλούς κοινωνιολόγους της εποχής του, οι οποίοι έδωσαν ιδιαίτερη προτεραιότητα και έμφαση στην ανάλυση των μακροσκοπικών αλλαγών της εκβιομηχάνισης, κυρίως δε ανατέμνοντας τις οργανωτικές αρχές του εν τω γεννάσθαι καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο Simmel εστιάζει το ενδιαφέρον του στη μελέτη νεοπαγών κοινωνικών μορφών τόσο σε μικρο- όσο και σε μακρο-επίπεδο. Μάλιστα, στη μελέτη του «Ο ιστός των κοινωνικών ομάδων» το επίκεντρο ανάλυσης μεταφέρεται στο άτομο και συγκεκριμένα στις δυνατότητες προσχώρησής του σε κοινωνικές ομάδες πέραν των φυσικών-βιολογικών συνομαδώσεων όπως πχ. η οικογένεια καταγωγής. Παρατηρώντας τις ραγδαίες εξελίξεις της εποχής του, ο Simmel υπογραμμίζει στο έργο του το γεγονός, ότι το σύγχρονο άτομο καθίσταται πλέον κέντρο αναφοράς τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους άλλους. Μεθοδολογικά, θεωρεί ότι η εξατομίκευση είναι προϊόν της κοινωνικής διαφοροποίησης  

Τηρώντας πάντα την αναλυτική διάκριση μεταξύ μορφής και περιεχομένου ο Simmel αναδεικνύει μέσα από τη συγκεκριμένη σπουδή τον διττό χαρακτήρα του ατόμου:

  1. το άτομο ως προϊόν της ιστορίας, ως παθητικός δέκτης απόμακρων και  αναπόφευκτων αλληλοδράσεων
  2. το άτομο ως δημιουργός των αλληλοδράσεων, ως ενεργητικός φορέας διαμόρφωσης κοινωνικών μορφών

Οι συνάφειες σχέσεων μεταξύ ατόμων ρυθμίζουν τον παλμό της κοινωνικής ζωής και επιβεβαιώνουν ότι η δημιουργία περιεκτικών ομάδων αποτελεί κριτήριο αξιολόγησης του βαθμού ανάπτυξης της κοινωνίας: «ο αριθμός των διάφορων κοινωνικών ομάδων της κοινωνίας που συμμετέχουν τα άτομα αποτελεί ένα βαθμόμετρο του πολιτισμού» (Simmel 1998: 160). Αυτό ιστορικά μπορεί να ελεγχθεί με την μελέτη ολοκληρωτικών και προσωποπαγών καθεστώτων όπου η κοινωνία των πολιτών, ως οργανικό σύνολο ελεύθερων και ανοιχτών συνομαδώσεων απαγορευόταν δια ροπάλου. Μεταξύ κεντρικής εξουσίας και ατόμου δεν διαμεσολαβούσαν κοινωνικές ομάδες. Αντίθετα, στους μαζικοδημοκρατικούς κοινωνικούς σχηματισμούς η υπαγωγή του ατόμου σε ελεύθερες και ανοιχτές ομάδες αποτελεί μια ζωντανή πραγματικότητα και ταυτόχρονα, τουλάχιστον σε ένα κοινωνιολογικό επίπεδο, έναν δείκτη εκδημοκρατισμού και ατομικής ελευθερίας.  

Η εμβάθυνση του Simmel στη μελέτη του τρόπου με τον οποίο το άτομο καταλήγει από διάφορες πρωτόγονες προβολές του σκέπτεσθαι στη βαθμιαία απόκτηση αυτοσυνείδησης και  στη δυνατότητα υπαγωγής σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες έχει μια πολυσήμαντη συμβολή:

1.             Φανερώνει τις ιστορικές εκείνες στιγμές μέσα στις οποίες γεννήθηκε αυτό που σήμερα αναγνωρίζεται και συνταγματικά ως ατομικότητα-προσωπικότητα.
2.             Παρουσιάζει εμβριθώς τον τρόπο σύλληψης για το πώς εξελίσσονται οι κοινωνίες. Μας χαρίζει δηλαδή, μια κοινωνιολογική θεωρία εκσυγχρονισμού των ανθρωπίνων κοινωνιών, όπου η οντολογική μονάδα όχι μόνο δεν παραγκωνίζεται από το χείμαρρο των κοινωνικών δομών, αλλά λογαριάζεται ως ένα από τα εξελικτικά στοιχεία. Μέσα σε αυτή τη συνάφεια αντιλαμβάνεται ο Simmel το εκσυγχρονιστικό κύμα ως μια διαδικασία που χαίνει τις ανθρώπινες κοινωνίες σε δυο εποχές: Α) την προβιομηχανική εποχή, όπου η κατανομή και η ειδίκευση της εργασίας είναι περιορισμένες έως μηδαμινές, ενώ οι κοινωνικές συνομαδώσεις στις οποίες υπάγεται το άτομο είναι ομόκεντρες, και Β) τη βιομηχανική εποχή, όπου η κατανομή και η ειδίκευση της εργασίας είναι αυξημένες, ενώ οι κοινωνικές ομάδες στις οποίες προσδένεται το άτομο διασταυρώνονται μεταξύ τους.
3.             Θεωρία εξατομίκευσης, περιγράφει με κοινωνικούς-ιστορικούς όρους τη συγκρότηση ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων, εστιάζοντας στο άτομο και τη δυνατότητά του για αυτοκαθορισμό της βιογραφίας του και του ύφους ζωής.
4.             Κοινωνικο-ιστορική γέννηση των σύγχρονων δικτύων. Ο Simmel μέσα από την ιστορική καταγραφή των μορφών κοινωνικότητας του ατόμου, δηλαδή της εξέλιξης των ομάδων από ομόκεντρες σε διασταυρωμένες, θέτει τα θεμέλια της σύγχρονης θεωρίας δικτύου, η οποία στην Ελλάδα έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό με το έργο του ημέτερου Νίκου Χρηστάκη «Συνδεδεμένοι».

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Εισαγωγή στον Georg Simmel. Μέρος 5ο: εξατομίκευση και κοινωνικές ομάδες


Οι αρχικές σκέψεις του Simmel για την κοινωνική διαφοροποίηση (soziale Differenzierung) εμπνέονται κατά κόρον από τον κοινωνικό εξελικτισμό και δαρβινισμό του Herbert Spencer, κυρίως σε ότι αφορά την παραδοχή ότι η ανάπτυξη  και η εξέλιξη ενός οργανισμού διαθέτει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ικανότητα προσαρμογής στο περιβάλλον. Βέβαια, στην εξέλιξη του έργου του, ο Simmel, αποκήρυξε τον κοινωνικό εξελικτισμό και την ανάλυση του Κοινωνικού με οργανικούς-βιολογικούς όρους και περιορίστηκε σε μια “λειτουργιστική” (functionalistic) προσπέλαση των κοινωνικών μορφών, η οποία αργότερα έδωσε τη θέση της στην «φιλοσοφία της ζωής» (Lebensphilosophie), ένα φιλοσοφικό ρεύμα του 19ου αιώνα που αντιτίθεται στον στείρο θετικισμό και ορθολογισμό.

Η διαφοροποίηση του κοινωνικού πεδίου ενεργοποιεί τις διαδικασίες εξατομίκευσης. Κεντρική είναι εδώ η θέση ότι οι μηχανισμοί διαφοροποίησης της κοινωνίας διανοίγουν ευρύτερα πεδία που προωθούν και ενθαρρύνουν τη δημιουργία νέων συνδέσεων μεταξύ ατόμων, προκρίνοντας τη συνομάδωση, την ανάπτυξη του ατόμου και την εκδίπλωση της ατομικότητας. Σε αυτό το σημείο ο Simmel μπορεί να θεωρηθεί ως ένας από τους πρωτεργάτες της θεωρίας της εξατομίκευσης, αφού περιγράφει  και αναλύει τους μηχανισμούς με τους οποίους καθίσταται εφικτή η αποδέσμευση του ατόμου από προκαθορισμένες, κλειστές, τοπικές, παραδοσιακές και ομόκεντρες ομάδες και η (επαν)ενσωμάτωσή του σε εξειδικευμένες, ευρύτερες, ανοιχτές, πολλαπλές και περιεκτικές συνομαδώσεις, οι οποίες εφάπτονται ή διασταυρώνονται μεταξύ τους. Ενώ λοιπόν στις κοινωνίες με χαμηλό βαθμό διαφοροποίησης οι ομάδες απορροφούν το άτομο και το καθορίζουν κοινωνικά, στις σύγχρονες διαφοροποιημένες κοινωνίες, είναι οι ομάδες αυτές που πρέπει να προσαρμοστούν στο άτομο. Αυτή την εξέλιξη ο Simmel  την περιγράφει ως τη μετάβαση από τις "ομόκεντρες ομάδες" στις "ομάδες που διασταυρώνονται", μια έννοια που ουσιαστικά ιχνογραφεί τις διαφορές μεταξύ της προβιομηχανικής και της βιομηχανικής κοινωνίας. 

Σε συνέχεια της περιγραφής των διαδικασιών κοινωνικής διαφοροποίησης παρατίθενται οι αντίστοιχες διαδικασίες στο πεδίο του ατόμου (εξατομίκευση):

1.             Ειδίκευση: το κάθε άτομο είναι πλέον ελεύθερο να αποφασίσει πού θα εργαστεί και με ποιον θα συνεταιριστεί. Σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα, τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες που διαθέτει, μπορεί να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, αποκτώντας ένα είδος μοναδικότητας. Μοναδικότητα σημαίνει εν προκειμένω ότι η επαγγελματική δραστηριότητα και η επαγγελματική διαδρομή του ατόμου, το τοποθετούν πλέον σε μια συγκεκριμένη κοινωνική θέση. Επιπρόσθετα η θέση εργασίας, η οποία απαιτεί ορισμένες δεξιότητες και γνώσεις από το άτομο, δεν απορροφά το σύνολο της προσωπικότητάς του, αλλά αντανακλά μόνο ένα μέρος της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το άτομο καθίσταται ξεχωριστό μέσα από την εργασία και την προσφορά του στο κοινωνικό σύνολο. Επιπλέον η οικειοθελής υπαγωγή του ατόμου σε εργατικές συνενώσεις και κοινωνικές ομάδες-μια πρακτική που είναι αρκετά διαδεδομένη στις βιομηχανικές κοινωνίες-μπορεί να θεωρηθεί σε αυτή τη νοηματική συνάφεια ως ένα παράγωγο της σύγχρονης ειδίκευσης.
2.            Διαφοροποίηση ρόλων: με την έννοια ρόλος αντιλαμβανόμαστε στην κοινωνιολογία το σύνολο των προσδοκιών συμπεριφοράς που τρέφει ένας αριθμός ατόμων απέναντι στον κάτοχο μια συγκεκριμένης κοινωνικής θέσης. Ουσιαστικά πρόκειται για παγιωμένες συμπεριφορές που θα πραγματοποιηθούν σε μια ορισμένη περίσταση. Για παράδειγμα ο ρόλος κάποιου ως «πατέρας» εντάσσεται πρωτίστως στο οικογενειακό περιβάλλον, όπου εκεί εντοπίζεται και η κοινωνική θέση «πατέρας». Ωστόσο, η στάση και η συμπεριφορά του «πατέρα» εξαρτάται και πλάθεται ως ένα βαθμό από το τι περιμένουν οι άλλοι (σύζυγος, παιδιά, συγγενείς, κ.α.) απ’ αυτόν καθώς και από το πώς περιμένουν να αντιδράσει σε διαφορετικές καταστάσεις. Η διαφοροποίηση ρόλων έρχεται τώρα να πολλαπλασιάσει τις κοινωνικές θέσεις των σύγχρονων ανθρώπων και μαζί τους να αυξήσει γεωμετρικά τον αριθμό των συσχετιζόμενων ατόμων καθώς και τον αριθμό των αντίστοιχων προσδοκιών συμπεριφοράς. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το άτομο δεν ορίζεται πλέον μόνο φυλογενετικά και οντογενετικά ως «πατέρας», αλλά και επαγγελματικά ως μισθωτός υπάλληλος, συνάδελφος όπως και κοινωνικά ως καταναλωτής, πολίτης κτλ. Μέσα από τη διαδικασία διασταύρωσης των κοινωνικών ομάδων προκύπτει ένας υπέρογκος αριθμός ατόμων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα σε ένα σύνθετο και αξιακά πλουραλιστικό πεδίο δραστηριοτήτων, το οποίο στις σύγχρονες κοινωνίες κατέχει τη μορφή ενός κοινωνικού δικτύου. Εδώ ο Simmel θέτει τα κοινωνιολογικά θεμέλια για τη θεωρία των κοινωνικών δικτύων, υπογραμμίζοντας τη δυναμική της εξατομίκευσης και ειδικότερα την πρόσδεση και τη σύνδεση του ατόμου με διαφορετικές ομάδες.



Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Εισαγωγή στον Georg Simmel. Μέρος 4ο: κοινωνική δομή και διαφοροποίηση

Στο πρώιμο έργο του, μελετάει ο Simmel, την ιδιαίτερη σχέση που υποστυλώνεται ανάμεσα στις διαδικασίες διαφοροποίησης και εξατομίκευσης. Όμοια με τον Durkheim εξυμνεί τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η αύξηση της κατανομής-εξειδίκευσης της εργασίας μέσα στο κοινωνικό σύνολο, για να καταλήξει αργότερα στο συμπέρασμα ότι η επαγγελματική ενασχόληση των ατόμων σε ειδικευμένες θέσεις εργασίας επιδρά μεταλλακτικά τόσο στην κοινωνική δομή όσο και στη δομή της προσωπικότητας των ατόμων. Δεν μεταβάλλεται δηλαδή μόνο το μακροσκοπικό σκέλος του οργανικού συνόλου της κοινωνίας, αλλά αλλαγές παρατηρούνται και στις ανθρώπινες συνειδήσεις, ιδίως στη ροπή απογαλακτισμού του ατόμου από πρωτογενείς ομάδες.
            Ως αφετηριακό σημείο ορίζεται η γενική αύξηση του πληθυσμού καθώς και η συμπαραγόμενη ανάγκη για «εξοικονόμηση ενέργειας» (Kraftersparnis), μια έννοια που κατέχει κεντρική θέση στην κοινωνιολογική σκέψη του Simmel. Οι έμψυχες επανδρώσεις των ποικίλων μορφών καταβάλουν προσπάθειες για ικανοποίηση των αναγκών και διατήρηση του κοινωνικού ιστού. Το αποθεματικό δυναμικό για ενέργεια ζωής και δράσης, που υπάρχει σε κάθε κοινωνία χαρακτηρίζεται από τον Simmel ως απόπειρα για εξοικονόμηση ενέργειας που θα εγγυηθεί την πιθανότητα διατήρησης της κοινωνίας στο απώτερο μέλλον. Για να γίνει καταληπτή η συλλογιστική του Simmel θα προσαρμόσουμε τη γραμμή σκέψης του σε ένα κλασικό μοντέλο ερμηνείας της κοινωνικής εξέλιξης, όπου κυριαρχούν τέσσερα πεδία, με το κάθε πεδίο να χρωματίζεται από μια συγκεκριμένη διαδικασία:

Σχήμα 1: Η σχέση πεδίου και διαδικασίας.

         ΠΕΔΙΟ                                                    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Κοινωνική δομή
Διαφοροποίηση
Άτομο
Εξατομίκευση
Πολιτισμός
Εξορθολογισμός
Φύση
Εκκοινωνισμός, εκτεχνίκευση

Όπως προκύπτει από τα πρωταρχικά κείμενα του Simmel για την κοινωνική διαφοροποίηση,  το εναρκτήριο λάκτισμα δίνεται στο πεδίο της «κοινωνικής δομής», όπου η διεργασία της "διαφοροποίησης" λαμβάνει μια διττή μορφή:

1.             Κατανομή-ειδίκευση της εργασίας: ο πληθυσμός μετατοπίζεται σταδιακά από την ύπαιθρο σε αστικά κέντρα και ανάλογα με τις γνώσεις, τις δεξιότητες, τις ικανότητες, τις κλίσεις και τα ταλέντα του καθενός, προκύπτει μια κατανομή της εργασίας καθώς και μια πλειάδα σχετικών επαγγελμάτων και αγορών. Ανταγωνισμός και συνεργασία έρχονται να αλλάξουν το ομοιόχρωμο τοπίο των σχέσεων και να τις κάνουν πιο έμμεσες και λιγότερο προσωποπαγείς, με την έννοια ότι στις οικονομικές κυρίως συναλλαγές, εισάγεται η έννοια της αφηρημένης και τυπικής διαμεσολάβησης. Για παράδειγμα ο αγοραστής ενός προϊόντος δεν ενδιαφέρεται πλέον για την προσωπικότητα και τον ιδιωτικό βίο του παραγωγού, αλλά για το προϊόν αυτό καθαυτό, δηλαδή για την χρηστική του αξία. Σε αυτό το πλαίσιο κεντρική είναι η σημασία ενός κοινά αποδεκτού μέσου ανταλλαγής, δηλαδή του χρήματος.
2.             Λειτουργική διαφοροποίηση: οι οικονομικές συναλλαγές μεταξύ των ατόμων δημιουργούν την ανάγκη για αποδέσμευση του οικονομικού συστήματος από το πολιτικό. Αυτό σημαίνει ότι ενώ στην προβιομηχανική, φεουδαρχική περίοδο ο έλεγχος και ο καθορισμός της παραγωγικής διαδικασίας ήταν ένα θεόσταλτο δικαίωμα του χωροδεσπότη-φεουδάρχη, υπήρχε δηλαδή μια συνταύτιση οικονομικού και πολιτικού συστήματος, αναφύεται στη νεωτερική κοινωνία του αστικού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Σταδιακά προκύπτουν διάφορα υποσυστήματα που αναλαμβάνουν την επιτέλεση μιας συγκεκριμένης λειτουργίας. πχ. νομικό σύστημα με τη λειτουργία απόδοσης δικαιοσύνης Στο σύνολό τους τα υποσυστήματα αυτά τελούν υπό καθεστώς αμοιβαίας αλληλεπίδρασης και ενίσχυσης.
Σε επόμενο κεφάλαιο θα εξετάσουμε πως η διαφοροποίηση της κοινωνικής δομής σχετίζεται με το άτομο και την εξατομίκευση (βλ. Σχήμα 1). 

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Εισαγωγή στον Georg Simmel. Μέρος 3ο: τα κοινωνικά απριόρι


Επιχειρώντας μια νεο-καντιανή θεώρηση του Κοινωνικού, ο Simmel διατυπώνει τρία διακριτά κοινωνικά απριόρι, τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά «ενεργές συνθήκες» ή «μορφές κοινωνικοποίησης». Σε αυτό το πλαίσιο διακρίνει τρεις απριοριστικές συνθήκες, τρεις δηλαδή έννοιες που προϋπάρχουν και οι οποίες καθιστούν δυνατή την ύπαρξη της κοινωνίας αλλά και της ανθρώπινης οντότητας μέσα σε αυτήν:
1. Η αρχή της γενίκευσης στην ανθρώπινη αλληλεπίδραση
Εδώ ο Simmel κάνει λόγο για γενικές κατηγορίες ή γενικούς τύπους ατομικότητας που καθορίζουν την ποιότητα στη διαπροσωπική επαφή και που υπερβαίνουν υποκειμενικές διαθέσεις, προσωπικές εμπειρίες, προκαταλήψεις, συμπάθειες, αντιπάθειες και ατελείς γνώσεις. «Παρουσιάζουμε κάθε άνθρωπο σαν εκείνο τον ανθρώπινο τύπο στον οποίο η ατομικότητά του αφήνεται να του ανήκει, πράγμα που έχει ιδιαίτερη συνέπεια στην προς αυτόν πρακτική συμπεριφορά μας, τον σκεφτόμαστε μόνο κάτω από μια καθολική κατηγορία που δεν τον καλύπτει απόλυτα, και ούτε ο ίδιος την καλύπτει πλήρως» (Simmel 1998: 22). Αναγνωρίζεται υπερβατικά η τάση της ανθρώπινης φύσης να ταυτίζει την ανθρώπινη εικόνα, την οποία παρατηρεί, με τον αντίστοιχο γενικευμένο τύπο ατομικότητας. Μέσα από την πολλαπλότητα των επιμέρους γνωρισμάτων που κατασκευάζει ο άνθρωπος για να χαρακτηρίσει μια ατομικότητα π.χ. καλός-κακός, όμορφος-άσχημος, κτλ., αναφύεται ο κατακερματισμός της ανθρώπινης γνώσης και ταυτόχρονα η έξη για «ανασυγκρότηση των θραυσμάτων εκείνων που προσφέρονται στην γενικότητα ενός τύπου και στην πληρότητα της ιδεατής του πραγματικότητας» (Simmel 1998: 23).
2. Η διττή θέση του ατόμου στην κοινωνία, η διπολικότητα της κοινωνικής θέσης
Η υπαγωγή του ατόμου σε μια ομάδα προϋποθέτει όχι μόνο κοινά ενδιαφέροντα, κοινές κλίσεις και όμοιες πεποιθήσεις με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, αλλά και «ότι το άτομο σε σχέση με ορισμένες πλευρές της προσωπικότητας του δεν αποτελεί στοιχείο της ομάδας» (Simmel 1998: 25). Εδώ ο Simmel ενδιαφέρεται για το «εκτός τούτου» της κοινωνικής θέσης του ατόμου, για το «πέραν» της ατομικότητας, για το «εξωκοινωνικό» στοιχείο και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ενσωμάτωση και αποκλεισμός αποτελούν τη διαφορετική όψη του ίδιου νομίσματος. Το ότι κάποιος συμμετέχει στις δραστηριότητες μια συγκεκριμένης ομάδας σημαίνει καταρχήν ότι εκθέτει δημόσια ένα μέρος της προσωπικότητάς του, ενώ το υπόλοιπο το αποκρύπτει. «Γνωρίζουμε ότι ο υπάλληλος δεν είναι απλώς ένας υπάλληλος, ο έμπορος δεν είναι απλώς ένας έμπορος, ο αξιωματικός δεν είναι απλώς ένας αξιωματικός. (...) Αυτό το εξωκοινωνικό αποτελεί το ταμπεραμέντο και το απόθεμα των εμπειριών του, τα συμφέροντα και την αξία της προσωπικότητάς του (...) προσφέρει στο άτομο, με τον καθένα που έρχεται σ’ επαφή κάθε φορά, μια ορισμένη απόχρωση, διαπερνώντας την κοινωνική του εικόνα με εξωκοινωνικά αβαρή στοιχεία» (Simmel 1998: 26). Ωστόσο, ο ποσοτικός καθορισμός του «εξωκοινωνικού», του «πέραν» μιας συγκεκριμένης κοινωνικής θέσης διαφοροποιείται ανάλογα με την εποχή. Για παράδειγμα, στην προβιομηχανική εποχή ο καθολικός ιερέας ασκεί το λειτούργημά του κατ’ αποκλεισμό όλων των υπόλοιπων κοινωνικών ιδιοτήτων, αφού «το εκκλησιαστικό λειτούργημα καλύπτει εντελώς και καταβροχθίζει το ατομικό του είναι» (Simmel 1998: 26). Ο αντίθετος πόλος εντοπίζεται ασφαλώς στη σύγχρονη βιομηχανική εποχή, όπου «τα πρόσωπα μεταβάλλονται απλά σε μέσα ανταλλαγής λειτουργιών και αντιλειτουργιών που συμβαίνουν σύμφωνα με αντικειμενικούς κανόνες (...) (Simmel 1998: 26). Εξελικτικά, η συμπαγής και ενιαία ολότητα της βιογραφικής πορείας και της κοινωνικής διαδρομής των ατόμων διαφοροποιείται εσωτερικά, με αποτέλεσμα η υπαγωγή του ατόμου σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες να απαιτεί στις σύγχρονες κοινωνίες πολύ συγκεκριμένες πτυχές της προσωπικότητάς του, όχι όμως το σύνολο της προσωπικότητας. 
3. Το απριόρι της κοινωνικής θέσης
Θέλοντας να τονίσει τη σημαντικότητα της σχέσης μεταξύ ατόμου και κοινωνίας επινοεί ο Simmel ένα κοινωνιολογικό απριόρι που διαδραματίζει ένα ρυθμιστικό, σταθμιστικό αλλά και κατευθυντικό ρόλο όσον αφορά στη θέση του ατόμου στην ετερογενή και πολύπλοκη κοινωνία. Όπως αναφέρει και ο ίδιος: «Το γεγονός ότι κάθε άτομο, λόγω της ποιότητάς του, αναφέρεται αυτόματα σε μια καθορισμένη θέση μέσα στον κοινωνικό του περίγυρο, το γεγονός ότι η θέση αυτή που ιδανικά του ανήκει είναι πράγματι υπαρκτή, αποτελεί μια προϋπόθεση με την οποία το άτομο διάγει βασικά την κοινωνική του ζωή και την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίζαμε σαν καθολική αξία της ατομικότητας» (Simmel 1998: 35). Για να μπορέσει το άτομο να νοηματοδοτήσει κοινωνικά τη ζωική του ορμή και να εντοπίσει τη θέση του μέσα στο σύνολο, έτσι ώστε να επιτελεί συγκεκριμένες λειτουργίες και να προσφέρει στους υπόλοιπους θα πρέπει να αναζητήσει το επάγγελμα που του ταιριάζει ανάλογα με τις ιδιαίτερες κλίσεις και τα προσωπικά του προσόντα. Έτσι το κοινωνιολογικό απριόρι μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: η κοινωνία προσφέρει στο άτομο μια θέση που προϋποθέτει κάποια αντικειμενικά κριτήρια, ενώ το άτομο καταλαμβάνει  τη θέση αυτή βάσει προσωπικών και υποκειμενικών δεξιοτήτων.