Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Γιατί διαβάζουμε τα ζώδια; Μεταξύ ορθολογικότητας και μεταφυσικής



Ο νεωτερικός δυτικός πολιτισμός συγκροτείται γύρω από την έννοια της ορθολογικότητας, ενός συστήματος σκέψης και δράσης, δηλαδή που βασίζεται αφενός μεν στην επιστημονική απόδειξη, στο πείραμα, στην εμπειρική έρευνα, στον οικονομικό προσανατολισμό και γενικότερα στον έλλογο τρόπο οργάνωσης του κοινωνικού βίου και αφετέρου στην περιθωριοποίηση του μαγικού στοιχείου, των δεισιδαιμονιών και της μεταφυσικής. Επειδή όμως η επιστήμη δεν είναι σε θέση να απαντήσει σε υπαρξιακά ερωτήματα που απασχολούν τους ανθρώπους ή να προβεί σε ακριβείς προβλέψεις για καθαρά προσωπικά καθημερινά προβλήματα εργασίας, σχέσεων, υγείας κλπ. ο άνθρωπος καταφεύγει σε άλλα μέσα ανακούφισης και μετριασμού της αβεβαιότητας όπως είναι η αστρολογία, τα ζώδια, η χαρτομαντεία κα. 

Σίγουρα το να διαβάζουμε τα ζώδια ικανοποιεί πρωτίστως μια βαθιά ψυχολογική ανάγκη σχετικά με  τη διατήρηση της ύπαρξης, ότι θα υπάρχουμε και αύριο και την επόμενη εβδομάδα, ανεξάρτητα από το αν οι ζωδιακές προβλέψεις κάνουν λόγο για θετικές ή αρνητικές εξελίξεις στους τομείς του έρωτα, των σχέσεων, των οικονομικών ή της υγείας. Δεν υπάρχει ζωδιακή πρόβλεψη που να λέει «προσοχή διότι μεθαύριο θα πεθάνετε!» Ακόμα και αν όλοι οι δείκτες πρόβλεψης είναι αρνητικοί, υπάρχει πάνω από όλα η υπόρρητη δήλωση ότι «παρόλες τις επικείμενες δυσκολίες θα είστε ζωντανοί», αλλά και η εξισορροπιστική πρόβλεψη ότι τα πράγματα κάποια στιγμή θα πάνε καλύτερα.

Η καθ’ έξιν και κατά προτίμηση πιεστική ανάγκη για καθημερινή ανάγνωση των ζωδίων σίγουρα υποκρύπτει κάποια μορφή ψυχοπαθολογίας, η οποία σε επίπεδο συμπεριφοράς εκδηλώνεται με παθητική ανοχή, φυγοπονία, περιοριστικές επιλογές, αδράνεια και τυπολατρικές δραστηριότητες. Μάλιστα σε έντονο βαθμό μπορεί να λειτουργήσει αποδιοργανωτικά για την κοινωνική ζωή του ατόμου ή και καταστροφικά για την οικονομική του κατάσταση. Δεν είναι λίγοι αυτοί που υπό το κράτος του πανικού και της σύγχυσης έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους σε ακριβοθώρητους αστρολόγους ή μέντιουμ, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία και το ευάλωτο του χαρακτήρα τους, αναμοχλεύουν την περιπλάνηση της οδύνης έναντι αδράς αμοιβής. Αυτή η δυαδική σχέση κυριαρχίας-υποταγής προϋποθέτει ότι ο απεγνωσμένος πελάτης έχει παλινδρομήσει σε μια παιδική κατάσταση πλήρους εξάρτησης από τον παντοδύναμο και παντογνώστη πατέρα (αστρολόγο ή μέντιουμ).

Βέβαια, για να θίξουμε και τη θετική πλευρά της καθημερινής ανάγνωσης των ζωδίων, μπορούμε να πούμε ότι ως ένα βαθμό η καθαρά υποκειμενική ερμηνεία του γενικά διατυπωμένου ζωδίου ενδέχεται να κινητοποιήσει ή να κατευθύνει το άτομο προς μια εν προκειμένω θετική συμπεριφορά κυρίως μέσω του μηχανισμού της αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Για παράδειγμα κάποιος διαβάζει στο ζώδιό του ότι την επόμενη εβδομάδα θα γίνει κάποια σημαντική ερωτική γνωριμία. Έχοντας αυτήν την πληροφορία («προφητεία») στο μυαλό του προσπαθεί με τη συμπεριφορά του να την επαληθεύσει, να την επιβεβαιώσει, πχ. ανοίγοντας κουβέντα με μια κοπέλα που κάθεται στο μπαρ ή γενικά προσπαθώντας να γνωρίσει και να πλησιάσει κοπέλες σε διάφορα μέρη. Έτσι κινητοποιείται περισσότερο, έρχεται σε μια πιο ενεργητική θέση και με αυτόν τον τρόπο η ζωδιακή πρόβλεψη («προφητεία») αυτοεκπληρώνεται. 

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Βιωματικό εργαστήριο: «Αντιμετωπίζοντας τα αρνητικά συναισθήματα της οικονομικής κρίσης»


Στο πλαίσιο της ψυχοθεραπευτικής μου δραστηριότητας σχεδιάζω την οργάνωση ενός βιωματικού εργαστηρίου, το οποίο θα δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν εδώ και καιρό την οικονομική κρίση ως ένα ψυχοπιεστικό γεγονός, να μοιραστούν απόψεις, σκέψεις και κυρίως βιώματα γύρω από την βιογραφική αβεβαιότητα, να αντιστοιχίσουν τις βαρύγδουπες οικονομικές έννοιες που ακούγονται καθημερινά με τα συναισθήματα που τους κατακλύζουν, και τέλος, να αποκτήσουν μια πρώτη επαφή με την ομάδα και την θεραπευτική της δυναμική. Η ιδέα αυτή αποτυπώνεται ακολούθως:

Βιωματικό εργαστήριο:
«Αντιμετωπίζοντας τα αρνητικά συναισθήματα της οικονομικής κρίσης»

Στόχος του εργαστηρίου

Ζώντας καθημερινά σε ένα ασταθές και αβέβαιο περιβάλλον, όπου πολλοί άνθρωποι χάνουν την εργασία τους, βλέπουν τα εισοδήματά τους να συρρικνώνονται, τις ελπίδες τους να εξανεμίζονται και την υπομονή τους να εξαντλείται, ο σκοπός και το νόημα της ζωής τους επαναπροσδιορίζονται βίαια και απότομα, προκαλώντας μια σειρά από αρνητικά συναισθήματα, όπως άγχος, κατάθλιψη, θυμός, αίσθημα του αβοήθητου και ανασφάλεια. Η οικονομική κρίση ανασύρει στην επιφάνεια παλιούς φόβους, μας κάνει να αισθανόμαστε μοναχικοί αντί μοναδικοί, αφού η ανηφόρα είναι ατελείωτη…
Στόχος λοιπόν του εργαστηρίου είναι να υποστηρίξει το άτομο να καταγράψει τα αρνητικά συναισθήματα στον καιρό της κρίσης, να προσδιορίσει τους χώρους και τις περιοχές όπου αυτά εκδηλώνονται και διαδραματίζονται (πχ. στην οικογένεια, στις φιλικές και κοινωνικές σχέσεις, στον χώρο εργασίας κα.) και να διερευνήσει δημιουργικούς τρόπους αντιμετώπισής τους, θεωρώντας ότι η σημερινή συγκυρία μπορεί να ιδωθεί εναλλακτικά ως ευκαιρία για ανασχεδιασμό της ατομικής βιογραφίας και της κοινωνικής διαδρομής.

Οργάνωση του βιωματικού εργαστηρίου

Το εργαστήριο χωρίζεται σε δυο ενότητες: η πρώτη ενότητα του εργαστηρίου διαρκεί 1 ½ ώρα και ως στόχο έχει τη διερεύνηση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης στην καθημερινότητα του ατόμου. Η δεύτερη ενότητα διαρκεί 1 ½ ώρα, είναι βιωματική και έχει τη μορφή ομαδικής συνεδρίας (group therapy).
·         Σε κάθε εργαστήριο θα συμμετέχουν 7-8 άτομα.
·         Συνολική διάρκεια του κάθε εργαστηρίου: 3 ώρες

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Το διαδίκτυο ζυγίζει όσο μία φράουλα

Αναδημοσιεύω άρθρο της Ναυτεμπορικής σχετικά με την μαθηματική εκτίμηση του βάρους του Διαδικτύου.

"Μαθηματικοί υπολογισμοί οδήγησαν στη διαπίστωση ότι όλο το ίντερνετ δεν ζυγίζει παραπάνω από 50 γραμμάρια, δηλαδή όσο μία φράουλα.
Στη μέτρηση ελήφθη υπόψη το συνολικό βάρος των κινούμενων ηλεκτρονίων, που αντιπροσωπεύουν το σύνολο των διακινούμενων πληροφοριών, σε οποιαδήποτε στιγμή.
Η διεπιστήμης ενέργεια της μέτρησης εμπνεύστηκε μετά την ανακοίνωση του καθηγητή της των υπολογιστών Τζον Κουμπιάτοβις του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια-Μπέρκλεϊ ότι κάθε ηλεκτρονικό βιβλίο που «φορτώνεται» στη συσκευή ψηφιακής ανάγνωσηςAmazon Kindle, αυξάνει ανεπαίσθητα το βάρος της.
Σύμφωνα με τους Times της Νέας Υόρκης, ο Κουμπιάτοβιτς χρησιμοποίησε τη διάσημη εξίσωση E=mc2, για τη σχέση μάζας και ενέργειας, και εκτίμησε ότι το γέμισμα με ηλεκτρονικά βιβλία ενός Kindle χωρητικότητας 4GB, θα αυξήσει το βάρος του κατά ένα δισεκατομμυριοστό του δισεκατομμυριοστού του γραμμαρίου.
Αυτό συμβαίνει επειδή όταν αποθηκεύονται πληροφορίες (όπως ένα ηλεκτρονικό βιβλίο), τα ηλεκτρόνια στην μνήμη έχουν μεν σταθερό αριθμό, αλλά αυξάνουν την ενέργειά τους και αυτή η αυξημένη ενέργεια μεταφράζεται σε οριακά μεγαλύτερη μάζα, δηλαδή σε περισσότερο βάρος.
Με βάση αυτό το σκεπτικό, έγινε το επόμενο βήμα και υπολογίστηκε ότι όλο το διαδίκτυο -βάσει του όγκου των δεδομένων/πληροφοριών που διακινείται σε αυτό- ζυγίζει περίπου 50 γραμμάρια. Αρχικά, υπολογίστηκε ότι τα ηλεκτρόνια στο σύνολο του ίντερνετ έχουν ενέργεια περίπου 40 δισεκατομμύρια βατ και στη συνέχεια αυτή η ενέργεια μετατράπηκε σε βάρος 50 γραμμαρίων.
Στην πραγματικότητα, πάντως, το βάρος θα πρέπει να είναι κάπως μεγαλύτερο, αφού οι υπολογισμοί έγιναν με βάση παρωχημένα στοιχεία του 2006, όταν υπολογιζόταν ότι στον πλανήτη μας υπήρχαν 75 έως 100 εκατ. κεντρικοί υπολογιστές (servers). Από τότε όμως, μια σειρά από μεγάλα κέντρα αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων έχουν κατασκευαστεί από εταιρείες όπως η Google η Amazon και η Microsoft
Αν μάλιστα στους υπολογισμούς, εκτός από τους servers, περιληφθούν και οι προσωπικοί υπολογιστές του πλανήτη που χρησιμοποιούν το ίντερνετ, τότε το βάρος του διαδικτύου αυξάνεται σε... τρεις φράουλες.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του επικεφαλής της Google Έρικ Σμιτ, στο διαδίκτυο υπάρχουν περίπου 5 εκατομμύρια terabytes πληροφοριών, από τα οποία η εταιρεία του ταξινομεί μόλις το 0,04%."
Πηγή: http://www.naftemporiki.gr/news/cstory.asp?id=2085287

Τελικά, οι προσπάθειες του ανθρώπου να χαρτογραφήσουν άγνωστες περιοχές, να ποσοτικοποιήσουν το μη ορατό και να αναπαραστήσουν με συμβολισμούς και μαθηματικά σύνολα το Εικονικό, ενισχύουν την άποψη ότι ακόμα και σήμερα ο φυσικός-πραγματικός κόσμος συνιστά για το νεωτερικό υποκείμενο την συνεπή πηγή άντλησης οντολογικής ασφάλειας.  

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Ψυχολογία των αποφάσεων. Μέρος 1ο

Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να λαμβάνει αποφάσεις καθόλη τη διάρκεια της ζωής του. Ανεξάρτητα από το αν οι αποφάσεις αφορούν τον ίδιο, τους άλλους ή όλους μαζί, αυτό που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι ο τρόπος σκέψης και η συμπεριφορά του ατόμου υπό πιεστικές συνθήκες και σε σύνθετες καταστάσεις. 

Ποιά στρατηγική ακολουθεί κανείς όταν βρίσκεται σε μια πρωτοφανή και σύνθετη περίσταση; Πως σκέφεται εκείνη τη στιγμή ο άνθρωπος και πως εκτιμάει την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεών του; Πόσο σφαιρικά και ολοκληρωμένα αντιμετωπίζει τα γεγονότα σε μια σύνθετη περίσταση και με ποιά κριτήρια λαμβάνει τις αποφάσεις του; Οι απαντήσεις που δίνει ο άνθρωπος στα ως άνω ερωτήματα, μπορεί να έχουν σχεδιαστεί σε θεωρητικό επίπεδο, οι συνέπειές τους όμως είναι πραγματικές και απτές. Επίκαιρο παράδειγμα, αρκετά κατάλληλο για να αντιληφθούμε το μέγεθος μιας μη ηθελημένης και, ως εκ τούτου μη υπολογίσιμης, καταστροφής είναι η κυβερνητική πολιτική αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Για ποιόν λόγο τα εφαρμοζόμενα μέτρα δεν είναι αποτελεσματικά; Με ποιά κριτήρια αποφασίζει ο Πρωθυπουργός και οι υπουργοί του για να μειωθεί το έλλειμμα; Πόσο συνυπολογίζονται άλλοι παράμετροι που επηρεάζουν αυτήν την απόφαση;

Η βασική μας παραδοχή, η οποία παραπέμπει στο έργο του γερμανού ψυχολόγου Dietrich Doerner, είναι  η ακόλουθη:

μια πολύπλοκη κατάσταση δημιουργεί αβεβαιότητα, και η αβεβαιότητα με τη σειρά της παράγει άγχος.  

Σύμφωνα με τα ερευνητικά ευρήματα του Doerner, ο άνθρωπος όταν έχει να αντιμετωπίσει μια πολύπλοκη κατάσταση υπό συνθήκες πίεσης χάνεται, συγχέει το αρχικό σχέδιο, και αντιδρά προκαλώντας μη ηθελημένες συνέπειες (παράδοξη συμπεριφορά).

Συνοπτικά, οι ακόλουθοι τρόποι αντίδρασης και συμπεριφοράς του ανθρώπου είναι χαρακτηριστικοί για το σύνολο των περιπτώσεων όπου καλείται κανείς να διαχειριστεί μια σύνθετη πραγματικότητα:
  • υπό συνθήκες χρονικής πίεσης ο άνθρωπος τείνει να εφαρμόζει υπερβολική δοσολογία μέτρων και παρεμβάσεων. Όσο μειώνεται ο διαθέσιμος χρόνος τόσο αυξάνονται οι παρεμβάσεις.
  • δεν προκρίνεται η μη γραμμική σκέψη με όρους κυκλικής αιτιακής προσέγγισης, αλλά η γραμμική σκέψη με όρους αυτόματης σχέσης αιτίας - αιτιατού.
  • δεν εκτιμώνται καθόλου οι άμεσες και έμμεσες συνέπειες των παρεμβάσεων ούτε οι παράπλευρες απώλειες
  • στο ίδιο μήκος κύματος, δεν εκτιμώνται οι μακροπρόθεσμες συνέπειες των αποφάσεων και των παρεμβάσεων
  • η προσοχή εστιάζεται στο κυρίαρχο, επικρατούν πρόβλημα, αγνοώντας την αιτική συσχέτιση του συγκεκριμένου προβλήματος με άλλες μεταβλητές.
  • υποβιβάζεται η σημασία των συνεπειών που αυξάνονονται με εκθετικό ρυθμό. 

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Η Ελλάδα στη χωματερή - ανασκαφές στους λόφους των απορριμάτων

Ο μαζικός αστικός τρόπος ζωής προϋποθέτει δυο θεμελιακούς παράγοντες συγκρότησης. Την μαζική παραγωγή προϊόντων και την μαζική κατανάλωση. Το ισοζύγιο μεταξύ των δυο απαιτεί αυξημένες εισαγωγές προϊόντων, αποτελεσματικό εγχώριο δίκτυο διανομής των προϊόντων σε εμπορικά σημεία πώλησης, στοιχειώδη εγχώρια βιομηχανική και βιοτεχνική παραγωγή, αλλά και πολίτες-καταναλωτές με διαθέσιμη οικονομική άνεση και ελεύθερο χρόνο για να περιπλανώνται ανέμελα στους χλιδάτους και καλογυαλισμένους διαδρόμους φαραωνικών κατασκευών με πλαστικά φυτά και στημένους ήλιους για καλύτερο φωτισμό. 

Το συναισθηματικό κενό αναπληρώνεται με στιγμιαίες καταναλωτικές πράξεις, αγοράζοντας το περιττό, δηλαδή κάτι που υπερβαίνει αυτό που ο Ελύτης ονόμαζε "βασική ζωή".  Έτσι λοιπόν στη φάση της ρευστής, δεύτερης νεωτερικότητας, οι πολίτες-παραγωγοί μετατρέπονται σε πολίτες-καταναλωτές και εμφορούνται από το ήθος του τελεολογικού ανθρώπου (George Simmel), μιας σκοτεινής ανθρωπολογικής εικόνας που χαρακτηρίζεται από από τον αδιέξοδο εγκλωβισμό στις διαδικασίες και όχι στο περιεχόμενο της ζωής. Αρκετά πρόσφορο έδαφος για "ψευδοφάνεια", για ναρκισσιστική ικανοποίηση και ανέμελη περιπλάνηση στη ζωή. 

Διόλου τυχαίος ο αμετάφραστος όρος "Shopping therapy", και διόλου τυχαίο ότι παραμένει αμετάφραστος.  

Βέβαια, αυτό που κανείς δεν τολμούσε μέχρι σήμερα να δει και να ζυγίσει, είναι η κοινωνία των απορριμάτων, των πεταμένων υλικών, των φθαρμένων ρούχων, των ληγμένων τροφίμων, των σκισμένων χαρτιών, των χρησιμοποιημένων προϊόντων, των υπολειμμάτων του καθ' ημάς καταναλωτισμού. Οτιδήποτε λοιπόν "εκχέεται" από το παχύ έντερο της καταναλωτικής κοινωνίας σωρεύεται στην αχόρταγη λεκάνη της "κοινωνίας των απορριμάτων". 

Η κοινωνία των απορριμάτων αποτελεί έννοια συμπληρωματική, αλληλένδετη και αναπόσπαστη με την έννοια της καταναλωτικής κοινωνίας. Οι όγκοι και οι λόφοι σκουπιδιών που έχουν ορθωθεί στις γειτονίες της Ελλάδας μας φέρνουν αντιμέτωπους με το καταναλωτικό μας παρελθόν και την άφρονα συνείδηση του χωρίς ορίου. Γιατί απορούμε τόσο μόλις βλέπουμε τους λόφους των απορριμάτων στους δρόμους; Εμείς δεν τα αγοράσαμε όλα αυτά; Εμείς δεν τα βρήκαμε πρώτοι μέσα σε φανταχτερές συσκευασίες και ενδεικτικές τιμές και τα φέραμε στο σπίτι;  

Οι ανασκαφές στους λόφους των απορριμάτων είναι μια καλή άσκηση για να εκπαιδευτούμε στη χρήση της λεξικογραφικής κατανάλωσης και για να συνειδητοποιήσουμε, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το νήπιο που εκπαιδεύεται για την τουαλέτα, ότι ο "έλεγχος του σφιγκτήρα" όσο εκπολιτισμένος και αν είναι πάντα θα εκχέει τα προϊόντα της καταναλωτικής κοινωνίας.   

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Κυβερνητικός ανασχηματισμός, τεχνικές προπαγάνδας και η "φαντασίωση σωτηρίας" της μάζας

Ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης λειτουργεί σήμερα σαν ενδιάμεσος κυματοθραύστης, ικανός να συγκρατήσει έστω και προσωρινά τις χειμαρρώδεις λαϊκές αντιδράσεις, είτε αυτές εκφράστηκαν μεμονωμένα από απλούς πολίτες προς τους οικείους βουλευτές είτε από οργανωμένες μορφές συλλογικής δράσης, όπως είναι εν προκειμένω το κίνημα των Αγανακτισμένων. 

Η ουσία όμως παραμένει στο ακέραιο ίδια και απαράλλακτη. Ο ανασχηματισμός δεν λειτουργεί μεταλλακτικά στο ήδη συμφωνημένο μεσοπρόθεσμο σχέδιο ούτε και απαλυντικά στον ψυχικό πόνο που προκαλείται από τη συνεχή ματαίωση και ακύρωση των επιθυμιών του λαού. Επιπλέον ο ανασχηματισμός ερμηνεύεται  στη σημερινή συγκυρία ως πολιτική πράξη προσωρινού αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης και προκρίθηκε εν μέσω πανικού ως λυσιτελής πρόταση. 

Για να αναδειχθεί όμως η εύθυμη αλλαγή και η αντικατάσταση των κυβερνητικών προσώπων και ρόλων, πρώτα καλλιεργήθηκε μαζικά ένα κλίμα αβεβαιότητας. Ο πρωθυπουργός ζητούσε συναίνεση από τους υπόλοιπους αρχηγούς κομμάτων, απειλούσε με παραίτηση ή παραχώρηση της πρωθυπουργικής του θέσης προς όφελος της πατρίδας, διαμορφώνοντας κλίμα πολιτικής αστάθειας και ρευστότητας, το οποίο με όρους ψυχολογικούς σημαίνει αύξηση του άγχους και ενίσχυση της εξάρτησης του αδύναμου και υποτακτικού από τον δυνατό και κυριαρχικό. 

Αυτή ακριβώς η εξ αποκαλύψεως εδραίωση του Πρωθυπουργού και του (νέου) επιτελείου του, αναδεικνύουν βασικές πτυχές και μεθόδους της προπαγάνδας:
  1. αιφνίδια κατασκευή ενός αγχογόνου ερεθίσματος και μιας ψυχοπιεστικής απειλής (χρεοκοπία, οργανωμένο σχέδιο εναντίον της Ελλάδας κλπ.) 
  2. Το αβέβαιο και ασταθές περιβάλλον ("παραίτηση", "κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας") παράγει άγχος και έτσι διαμορφώνεται η "μουδιασμένη συνείδηση" της μάζας
  3. Η εξ αποκαλύψεως εδραίωση του ισχυρού αναγνωρίζεται ως μεσσιανικό γεγονός, το οποίο διαμορφώνει και ενισχύει μια "φαντασίωση σωτηρίας" στη μάζα ("ο ανασχηματισμός θα μας βοηθήσει να μην χρεοκοπήσουμε")
  4. Η ιδέα και η αρχική πρόταση του ισχυρού (μεσοπρόθεσμο σχέδιο, φοροεπιδρομή, μείωση μισθών κλπ.) έχει λιγότερο αρνητικό φορτίο από ότι πριν και απεκδύεται τα χαρακτηριστικά του στρεβλού και λαθεμένου, διότι το αίσθημα εξαρτητικότητας του αδύναμου έχει ενισχυθεί. 
Συμπερασματικά, το πυροτέχνημα του κυβερνητικού ανασχηματισμού όσο περισσότερο φλέγεται και εξακτινώνεται με φανταχτερά χρώματα και εντυπωσιακούς σχηματισμούς, τόσο πιο πολύ  εξιδανικεύεται από τη μάζα ως "σωτήρια λύση". Το σταδιακό και αναπόφευκτο σβήσιμο όμως, θα ανασύρει απωθημένες σκοτεινές πλευρές μίσους και οργής, αφού η ματαιωτική πραγματικότητα θα ξεδιαλύνει με μιας τις όποιες ψευδαισθήσεις και φαντασιώσεις σωτηρίας. 

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Μετα-δημοκρατία και το κίνημα των "Αγανακτισμένων"


Το Facebook, το Twitter, τα blogs, οι εικονικές κοινότητες, και γενικότερα οι αποχρώσεις του κοινωνικού λογισμικού, αποτελούν σήμερα ανοιχτούς χώρους διαλόγου και οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτών. Με μεγάλο ενδιαφέρον οι κοινωνικοί επιστήμονες παρατηρούν τα τελευταία χρόνια την ανάδυση ενός κοινωνικού φαινομένου σε παγκόσμιο επίπεδο, το οποίο λειτουργεί αντισταθμιστικά στην συνεχή αποικιοκράτηση της πολιτικής από οικονομικά συμφέροντα μεγάλων επιχειρήσεων, ισχυρών συντεχνιών  και προνομιούχων οικονομικών ελίτ. Οι δημοκρατικοί θεσμοί χαρακτηρίζονται σήμερα από ελλείμματα νομιμοποίησης, αφού το νεοφιλελεύθερο κράτος ασκεί την πολιτική του με γνώμονα τα οικονομικά συμφέροντα και όχι με βάση τα παραδοσιακά δημοκρατικά πρότυπα που προωθούν και ενισχύουν την κοινωνική συνοχή και την ισότητα. Αυτή η καινοφανής πολιτειολογική συνθήκη περιγράφεται ως θεωρία της "μετα-δημοκρατίας", όπου οι δημοκρατικές αρχές αποκτούν έναν προσχηματικό και τυπικό χαρακτήρα, προς όφελος ισχυρών και τοξικών οικονομικών συμφερόντων. 

Αυτό λοιπόν που σήμερα σκιαγαφείται ως "αποπολιτικοποίηση του πολιτικού" (Ulrich Beck), ως συρρίκνωση της βάσης νομιμοποίησης των πολιτικών αποφάσεων, αποτελεί το πάτημα για την εμφάνιση και συγκρότηση μη επιβεβλημένων μορφών συλλογικής δράσης, όπως είναι το κίνημα των "Αγανακτισμένων". Βασικό συγκροτησιακό στοιχείο του μαζικού κινήματος "Αγανακτισμένων" είναι η αναγνώριση της ελλειμματικής ταύτισης μεταξύ λαϊκής βούλησης και πολτικών αποφάσεων. Οι πολιτικές αποφάσεις του κράτους παύουν να είναι ρεαλιστικές όταν δεν ανταποκρίνονται στη λαϊκή βούληση. Ένα κράτος παύει να είναι καταστατικά και συνταγματικά δημοκρατικό όταν αγνοεί ή κωφεύει στα επίκαιρα αιτήματα του λαού. Ένα κράτος που υποσκάπτει το μέλλον του λαού του και αρέσκεται στην χάραξη μεσοπρόθεσμων πολιτικών επιβίωσης, ουσιαστικά αυτο-ακυρώνεται. 

Το παράδοξο λοιπόν στον μετα-δημοκρατικό σχηματισμό είναι ότι η βάση νομιμοποίησης ("λαϊκή βούληση", "λαός") της κρατικής εξουσίας συρρικνώνεται σε τέτοιον βαθμό που τα πραγματικά αιτήματα του λαού ούτε εκπροσωπούνται ούτε ικανοποιούνται από τις πολιτικές αποφάσεις. Υπό αυτήν την αξιακά ελεύθερη και αρκούντως ψύχραιμη έποψη, το κίνημα των "Αγανακτισμένων" δεν είναι τίποτε άλλο από την διεύρυνση της βάσης νομιμοποίησης των πολιτικών αποφάσεων σε μια πιο δημοκρατική κατεύθυνση. Το βασικό αίτημα εν προκειμένω δεν εξαντλείται στην εμπερίεξη του Άλλου και της ετερότητας, αλλά πολύ πιο άμεσα και ωμά, στον εκδημοκρατισμό της δημόσιας σφαίρας και στην αναδιάταξη των γραμμών και των συντεταγμένων του πολιτικού συστήματος με γνώμονα μια αξιοπρεπή διαβίωση. 

Το κίνημα των "Αγανακτισμένων" υπερβαίνει την πόλωση των κοινωνικών διαφορών και την ανεπάρκεια των πολιτικών κομμάτων, επιβεβαιώνοντας σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική επιστροφή του νεωτερικού υποκειμένου στη δημόσια σφαίρα. Η "επανάσταση του καναπέ" και "η τάξη της σχόλης", ανήκουν πια στο παρελθόν του μαζικοδημοκρατικού σχηματισμού. Σήμερα στο πλαίσιο της μετα-δημοκρατίας το υποκείμενο και οι συλλογικές μορφές έκφρασης και δράσης είναι η αντίρροπη δύναμη    στην αποικιοκράτηση της πολιτικής από τα οικονομικά συμφέροντα του επιχειρηματικού κόσμου και αξιώνει τη λειτουργία του "νέου ιστορικού υποκειμένου". Φαίνεται ότι εκεί που απέτυχε η πολιτική, θα επεμβαίνει διορθωτικά η κοινωνία των πολιτών, εκφράζοντας τόσο στον φυσικό-πραγματικό χώρο όσο και στον ηλεκτρονικό-διαδικτυακό, αιτήματα που δεν εκπροσωπήθηκαν, προβλήματα που δεν αντιμετωπίστηκαν και επιθυμίες που δεν ακούστηκαν, αλλά παραμένουν ζωντανές.  

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Από την αστάθμητη ρευστότητα στην διαχειρίσιμη οργανωμένη πολυπλοκότητα.

Η εναγώνια προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να διευθετήσει το φλέγον ζήτημα της καταρρέουσας οικονομίας, παράγει καθημερινά έναν βαθμό παραλυτικής αβεβαιότητας. Ένα φοβερά ανοιχτό και ενδεχομενικό περιβάλλον, με απροσχεδίαστες και απρόβλεπτες συνέπειες.  Ακόμη και οι επικοινωνιακές επαφές και οι αρκούντως διπλωματικές κινήσεις του πρωθυπουργού και των αρμόδιων υπουργών με τους ομότιμους άλλων ευρωπαϊκών χωρών δεν πείθουν ότι το "ενδέχεσθαι άλλως έχειν", δηλαδή ότι η πιθανότητα τα πράγματα να έχουν άλλη έκβαση από την επιθυμητή, παραμένει υπαρκτή. Συνεπώς το περιβάλλον είναι ενδεχομενικό, ανοιχτό, πολύπλοκο, αβέβαιο. ...και η αβεβαιότητα ως γνωστόν παράγει άγχος, εν προκειμένω παραλυτικό άγχος.  

Αν βασικό χαρακτηριστικό της "ρευστής φάσης της νεωτερικότητας" (Z. Bauman) είναι η αποσάρθρωση των μηχανισμών και των μορφωμάτων που επιτρέπουν την επανάληψη της καθημερινής δράσης, τότε οι συνέπειες της "αρνητικής παγκοσμιοποίησης" που πλήττουν την Ελλάδα, διαμορφώνουν προοδευτικά ένα καινοφανές πεδίο δράσης, όπου τα καθημερινά γεγονότα, οι αποφάσεις και οι πράξεις εικονογραφούν μια αστάθμητη ρευστότητα. Χωρίς την εκπόνηση μιας ενιαιίας και συνεκτικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση των υπαρκτών συνεπειών της αρνητικής παγκοσμιοποίησης, η αστάθμητη ρευστότητα ενισχύεται και γίνεται χειμαρρώδης σαν ορμητικός ποταμός. 

Την δεδομένη στιγμή η επικέντρωση της προσοχής της ελληνικής κυβέρνησης στην διευθέτηση των όρων και των κανόνων αποπληρωμής του δανείου, προκύπτει ως αναπόδραστη συνέπεια μιας λάθος ερμηνείας της πραγματικότητας. Είναι τουλάχιστον άκαιρο και άστοχο, να υποστηρίζει κανείς ότι η ρύθμιση της οικονομίας και των ανεξέλεγκτων αγορών είναι το μοναδικό μέσο για την ανάταξη και την ανάπτυξη, μη λαμβάνοντας υπόψη τις υπόλοιπες συστημικές λειτουργίες μιας πολύπλοκης κοινωνίας, όπως η κοινωνική ενσωμάτωση και η εξατομίκευση,ο πλουραλισμός και η οικουμενίκευση των αξιών καθώς και η πολιτική στοχοθεσία που εξυπηρετεί αναγνωρισμένες ηθικές αξίες.  Και ασφαλώς η στρατηγική της Ελλάδας για μια ακόμη φορά στοχεύει μονολιθικά στην άντληση οικονομικών πόρων από το εξωτερικό, χωρίς να εκπονεί ένα ορθολογικό και βιώσιμο σχέδιο ανάπτυξης και αξιοποίησης των εν λόγω δανειακών πόρων, χωρίς ουσιαστικά να είναι σε θέση να εκπονήσει ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο ανάπτυξης που να τεκμηριώνει τη σκοπιμότητα των δανείων και την βιωσιμότητα των επενδύσεων.  

Η ανάδειξη της Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 24 και 25 Μαρτίου σε μεσσιανικό γεγονός, επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα παραμένει προσκολημένη στο αδιέξοδο δίλημμα "εξωτερική οικονομική ενίσχυση ή βουλιάζουμε". Δεν τεκμηριώνεται σε καμία περίπτωση η μακροπρόθεσμη αξιοποίηση των δανειακών πόρων ούτε ο τρόπος με τον οποίο η συγκεκριμένη πολιτική απόφαση θα συμβάλλει εν τοις πράγμασοι στην αντιμετώπιση της κρίσης. Ασφαλώς κάτι τέτοιο προϋποθέτει και απαιτεί νηφαλιότητα και καθαρό μυαλό, στοιχεία όμως που απουσιάζουν σε περιόδους "αστάθμητης ρευστότητας".

Η πραγματικότητα δεν είναι μόνο οικονομική, είναι πολυδιάστατη και δεν επιδέχεται μονοδιάστατες ερμηνείες. Όποιος τις επικαλείται και τις υποστηρίζει, κινδυνεύει να γίνει οπαδός ενός οικονομικού ντετερμινισμού, μιας έωλης αντίληψης για την πραγματικότητα που παράγει συνεχώς αντινομίες και ψευδή διλήμματα. Μόνο μια συνολική θέαση και ερμηνεία της πραγματικότητας επιτρέπει μια ουσιαστική αναγνώριση των συνεπειών της αρνητικής παγκοσμιοποίησης και τροφοδοτεί τα κέντρα λήψης αποφάσεων με κατάλληλο υλικό προκειμένου να περιοριστεί η αστάθμητη ρευστότητα, και μακροπρόθεσμα νε εξελιχθεί σε διαχειρίσιμη οργανωμένη πολυπλοκότητα.



Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Εισαγωγή στον Georg Simmel. Μέρος 8ο. Διασταυρωμένες ομάδες και βιομηχανική εποχή



Η σταδιακή αύξηση του καταμερισμού της εργασίας αποτελεί τον κινητήριο μοχλό για τη μετάβαση από τις ομόκεντρες στις διασταυρωμένες ομάδες. Οι φυσικές κλίσεις, τα ταλέντα, οι δεξιότητες και τα ενδιαφέροντα του ατόμου δεν μπορούν να αναπτυχθούν και να εκφρασθούν αποτελεσματικά σε μια ομοιογενοποιημένη κοινωνική δομή που προσπαθεί να προβάλλει προς τα έξω τη συλλογική ομοιότητα και ταυτόχρονα να απωθήσει την ετερότητα ως μια λανθάνουσα απειλή. 

Ο καταμερισμός της εργασίας δημιουργεί έναν πλουραλισμό δραστηριοτήτων, στη βάση των οποίων μπορούν να θεμελιωθούν πλέον σχέσεις ανταγωνισμού και συνεργασίας. Βαθμιαία η κοινωνία αρχίζει να ανακατασκευάζεται από την ανάδυση λειτουργικά διαφοροποιημένων κοινωνικών υποσυστημάτων, τα οποία τελούν υπό καθεστώς αμοιβαίας οργανικής αλληλοδιείσδυσης. Οι ψυχικοί δεσμοί με τη συγγένεια, τη γειτνίαση και τη συντροφικότητα αναγνωρίζονται ακόμα ως πρωταρχικοί, αλλά το δικαίωμα τους για αποκλειστικότητα και κυριαρχική επιρροή στη βιογραφική εξέλιξη του ατόμου αρχίζει να απομονοπωλείται από τη δυνατότητα πολλαπλών ομαδικών συσχετίσεων. Η κοινωνία προσδιορίζει τη δομή της μέσα από το άτομο και το άτομο προσδιορίζει την ταυτότητά του μέσα από τις ομάδες. Όπως γράφει και Simmel: «Σήμερα μπορεί κανείς ν’ ανήκει πέρα από την επαγγελματική θέση του σε μιαν επιστημονική ομάδα, μπορεί να παρακάθεται σ’ ένα συμβούλιο διευθυντών μιας εταιρείας και να κατέχει μια επίτιμη θέση στην διοίκηση μιας πόλης. Το πρόσωπο αυτό θα καθορίζεται κοινωνιολογικά σαφέστερα όσο λιγότερο η συμμετοχή του σε μια ομάδα δεν του επιτρέπει την συμμετοχή του σ’ άλλη» (Simmel 1998: 172). 
Αυτό βέβαια που έχει βαρύνουσα σημασία από κοινωνιολογικής πλευράς είναι η ανάπτυξη της ατομικότητας. Σύμφωνα με την ανάλυση του Simmel κάτι τέτοιο είναι δυνατό όταν το άτομο προσχωρεί σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες διασταυρώνονται μεταξύ τους και μάλιστα όταν το σημείο επαφής τους είναι το ίδιο το άτομο. Κάθε νέα κοινωνική ομάδα στην οποία υπάγεται το άτομο του παρέχει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Επιπλέον το να επιδιώξει κανείς τα συμφέροντά του και το να ικανοποιήσει τις ανάγκες του αποτελεί σε αυτό το σημείο μια πρακτική που δεν υπάγεται σε εγωιστικά και απομονωμένα σχήματα, αλλά γίνεται σε άμεση αναφορά και συσχέτιση με τους άλλους. Όσο μεγαλύτερος είναι τώρα ο αριθμός των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και ενώσεων στις οποίες είναι ενσωματωμένο το άτομο, τόσο πιο απίθανο είναι να βρεθεί ένα άλλο άτομο που να παρουσιάζει τον ίδιο ακριβώς συνδυασμό ομαδικών προσδέσεων. Με αυτόν τον τρόπο η έννοια της ατομικότητας κερδίζει μεγαλύτερη αξία, αφού ο συγκεκριμένος συνδυασμός ομαδικών προσδέσεων διαμορφώνει μια μοναδική προσωπικότητα. Έτσι προβάλλεται προς τα έξω η εικόνα ενός πολύπλευρου και πολυαξιακού κοινωνικού κόσμου όπου η ατομικότητα αποκτά υπόσταση μέσω πολλαπλών ομαδικών προσδέσεων. Άτομο και κοινωνία βρίσκονται πλέον σε μια σχέση αλληλοσυμπλήρωσης. Όπως γράφει και Simmel: «Έτσι μπορεί να πει κανείς ότι η κοινωνία προκύπτει από το άτομο και το άτομο προκύπτει από την συνένωση. Ένας προχωρημένος πολιτισμός διευρύνει όλο και περισσότερο τις κοινωνικές ομάδες που ανήκουμε με το σύνολο της προσωπικότητάς μας, αλλά ταυτόχρονα το άτομο είναι φτιαγμένο να στηρίζεται στις ίδιες του τις δυνάμεις σε μια μεγαλύτερη έκταση και αποστερείται από πολλά στηρίγματα και πλεονεκτήματα που σχετίζονται με την στενά υφασμένη πρωτογενή ομάδα. Έτσι η δημιουργία ομάδων και ενώσεων, όπου οποιοσδήποτε αριθμός προσώπων μπορεί να συμμετάσχει με βάση το συμφέρον του σ’ έναν κοινό σκοπό, αντισταθμίζει την απομόνωση της προσωπικότητας που αναπτύσσεται, διασπώντας τα στενά όρια των προηγούμενων συνθηκών» (Simmel 1998:185).
            Βλέπουμε λοιπόν ότι η μετακύλιση από τις ομόκεντρες και περιοριστικές στις διασταυρωμένες και ανοιχτές ομάδες και ενώσεις σηματοδοτεί μια νέα κοινωνική εποχή όπου υπάρχει αρκετός χώρος για εξατομίκευση και ανάπτυξη προσωπικότητας. Ωστόσο, ο Simmel τονίζει ευθαρσώς την αμφισημία αυτής της εξέλιξης, θυμίζοντάς μας ότι στην εξελικτική διαδικασία  του δυτικού πολιτισμού υπάρχει και μια σκοτεινή πλευρά. Στο δοκίμιό του «Ο ιστός των κοινωνικών ομάδων» αναφέρει ο Simmel δυο παράδοξα συνεπακόλουθα της αντικατάστασης των ομόκεντρων από τις διασταυρωμένες ομάδες, δύο εκτροχιασμούς της σύγχρονης οντολογίας:

1.             Η αποσύνδεση του ατόμου από πρωτογενείς συνάφειες αλληλεγγύης και υποστήριξης και η επανασύνδεσή του σε πιο ειδικευμένες και εξατομικευμένες μορφές κοινωνικής οργάνωσης συνάδει με μια απώλεια οντολογικής ασφάλειας και βεβαιότητας. Η απεριόριστη ελευθερία κινήσεων και επιλογών δημιουργούν στον σύγχρονο άνθρωπο ένα αίσθημα άγχους, ως αντίδραση στα καθημερινά διλήμματα και τις πρακτικές αμφιβολίες του αστικού τρόπου ζωής.
2.             Η πολλαπλότητα ομαδικών προσδέσεων ναι μεν οδηγεί σε μια σημαντική ολοκλήρωση των πτυχών της ατομικής προσωπικότητας, δημιουργεί όμως παράλληλα και εσωτερικές, ψυχικές εντάσεις που μπορεί να έχουν μέχρι και «σχιζοφρενική κατάληξη». Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι μέσω των πολλαπλών ομαδικών προσδέσεων ενσωματώνονται επίσης αλληλοσυγκρουόμενες προσδοκίες ρόλου, οι οποίες φθείρουν την ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων και συντηρούν ένα δυναμιτισμένο κλίμα. «Οι τάσεις ολοκλήρωσης και σύγκρουσης ενισχύονται αμοιβαία» (Simmel 1998: 164) .    

Αυτό βέβαια που αποκτά κυριαρχική σημασία για τη μελέτη και την ανάλυση ανθρωπίνων κοινοτήτων και συνομαδώσεων είναι η κοινωνιολογική θέση του Simmel περί του ιδεατού χαρακτήρα του ιστού συνοχής των σύγχρονων κοινωνικών ομάδων. Πέρα από γεωγραφικά όρια, εδαφικά σύνορα και συγκεχυμένες τοπικότητες μπορεί να αρθρωθεί ένα κοινό αίσθημα του «εμείς», μια συλλογική ταυτότητα, μια σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτό που κάνουμε εμείς και σε αυτό που κάνουν οι άλλοι. Οι σύγχρονες ομάδες και συνενώσεις μπορούν πλέον να εδράζονται σε αφηρημένα σύμβολα και γενικές συμβάσεις που υπερβαίνουν την τοπικότητα, χωρίς να αλλοιώνουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και τον τρόπο οργάνωσης τους. Όπως γράφει και ο Simmel: «Στο στάδιο αυτό κάθε συσχέτιση που δεν είναι τοπική προσλαμβάνει έναν χαρακτήρα περισσότερο ιδεατό. Αποτελεί το σημάδι μιας υψηλότερης κοινωνικής ανάπτυξης, το γεγονός ότι η ομαδική συνοχή μπορεί να υπερβεί τους τοπικούς δεσμούς και παρ’ όλα αυτά να είναι απόλυτα ρεαλιστική και συγκεκριμένη» (Simmel 1998: 165).    


Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Εισαγωγή στον Georg Simmel. Μέρος 7ο: Ομόκεντρες ομάδες και προβιομηχανική εποχή


Στην προβιομηχανική εποχή η κατανομή εργασίας ήταν περιορισμένη σε έκταση και βάθος. Οι ασχολίες των ατόμων περιορίζονταν σε έναν αγροτικό χώρο που ανέπτυσσε ελάχιστες οικονομικές σχέσεις με εμπορικές ενώσεις, πόλεις, μοναστήρια και άλλες κοινωνικές ομάδες. Επικρατούσε μια εξισωτική αρχή, σύμφωνα με την οποία οι πόλεις συμμαχούσαν πρώτα με πόλεις, τα μοναστήρια με μοναστήρια, οι συντεχνίες με συντεχνίες, αποδεικνύοντας ότι δεν είχαν την αυτοσυνείδηση του ισότιμου μέλους ενός συγκροτημένου σώματος, με την έννοια ενός οργανικού συνόλου. Δεν υπήρχε δηλαδή μια φανερή υπερκείμενη αρχή στη βάση της οποίας θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι ανήκει σε ένα σύνολο διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Πολύ περισσότερο η πρόσδεση και συμμετοχή σε μια ομάδα σήμαινε για το άτομο αποκλεισμό απ’ όλες τις άλλες. Αν για παράδειγμα κάποιος εργαζόταν ως υφαντής, ήταν δεσμευμένος να αναπτύσσει όχι μόνο οικονομικές αλλά και κοινωνικές σχέσεις με τις υπόλοιπες συντεχνίες του κλάδου του, και ουσιαστικά να συναναστρέφεται μόνο με άτομα που ανήκουν σε όμοιες συντεχνίες. Τα υπόλοιπα ενδιαφέροντα έμεναν απ’ έξω, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της ανάπτυξης της ατομικής προσωπικότητας σε στενά και προκαθορισμένα όρια.

Η προσωπικότητα του καθενός διαμορφωνόταν από την πρόσδεση του σε μια κοινωνική ομάδα. Για παράδειγμα η προσωπικότητα και η κοινωνική ζωή ενός ιερέα καθοριζόταν αποκλειστικά από την υπαγωγή του στο ιερατείο και από τίποτε άλλο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το άτομο αποτελούσε ένα απλό μέλος-εξάρτημα σε όλη αυτήν την υπόθεση χωρίς να ενδιαφέρει κανέναν η ατομική του προσωπικότητα και χωρίς ουσιαστικά να διαδραματίζει κάποιο σημαντικό ρόλο στην ψυχική σύσταση των ενώσεων, μιας και αυτές υπήρχαν ανεξάρτητα από το άτομο. Όπως παρατηρεί και ο Simmel: «Τον Μεσαίωνα η πρόσδεση σε μια ομάδα απορροφούσε το άτομο στο σύνολό του και δεν υπηρετούσε μόνο έναν στιγμιαίο σκοπό αντικειμενικά προσδιορισμένο. Ήταν μάλλον μια συνένωση όλων  εκείνων που είχαν συνδυασθεί για χάρη του σκοπού αυτού, ενώ η συνένωση απορροφούσε την συνολική ζωή του καθενός» (Simmel 1998: 171).

 Το έθνος, η εκκλησιαστική κοινότητα, η πόλη, η κοινωνική θέση, το επάγγελμα, η οικογένεια, η συντεχνία είναι ορισμένα ανθρώπινα σύνολα στα οποία εντάσσεται το άτομο. Αυτό που χαρακτηρίζει τις κοινωνικές συνομαδώσεις ως ομόκεντρες είναι πάνω απ’ όλα το ότι η συμμετοχή σε μικρότερες ομάδες σημαίνει ήδη συμμετοχή και στις ευρύτερες.

Για παράδειγμα στην προβιομηχανική εποχή, η επαγγελματική ενασχόληση του ατόμου με κάποια τέχνη σήμαινε αυτόματα συμμετοχή σε μια συντεχνία, έλεγχο από τις εμπορικές συνενώσεις, υπαγωγή στην τοπική θρησκευτική κοινότητα, ένταξη στο πολιτικό και διοικητικό καθεστώς της πόλης και τέλος ενσωμάτωση στο έθνος. Αυτές οι κοινωνικές ομάδες αγκαλιάζουν το άτομο αυτόματα από τη στιγμή που εντάσσεται σε μια απ’ αυτές. Η αποφυγή της αυτόματης ένταξης στις ευρύτερες ομάδες ήταν μάταιη και έξω από τα πλαίσια των ατομικών δυνατοτήτων.

Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι μεταξύ των ομάδων δεν υπάρχουν αμοιβαίες σχέσεις με την έννοια της οργανικής συνοχής. Πολύ περισσότερο πρόκειται για συνενώσεις που λειτουργούν σχετικά ανεξάρτητα μεταξύ τους και αφομοιώνουν πλήρως τα ιδιαίτερα συστατικά στοιχεία της ατομικής προσωπικότητας, χωρίς να αφήνουν περιθώρια ελεύθερης επιλογής. Ουσιαστικά η εύρυθμη λειτουργία της προβιομηχανικής κοινωνίας βασίζεται στην πλήρη συγχώνευση του ατόμου σε ένα ομοιογενοποιημένο σύνολο.

Αυτό εκφράζεται ακόμα και με τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένη η πολιτισμική σφαίρα στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της υπαίθρου και των προαστιακών περιοχών. Το χαρακτηριστικό τους όπως αναφέρει και ο Richard Sennett «…ήταν η πρόσβαση όλων των μελών της κοινότητας του χωριού σε όλες τις δραστηριότητες της: η κουλτούρα του χωριού ήταν διάχυτη διότι δεν υπήρχαν ξεκομμένες ή απομονωμένες κοινωνικές περιοχές. Μολονότι υπήρχε διαχωρισμός μεταξύ εργασίας και κοινωνικής θέσης, ο χαρακτήρας των ξεχωριστών δραστηριοτήτων ήταν γνωστός στον καθένα (Sennett 2003: σσ. 77).

Ωστόσο, η δράση του ατόμου δεν εποπτεύεται μόνο από την άμεση ομάδα στην οποία ανήκει, αλλά και από αυτές που βρίσκονται στην ευρύτερη περιφέρεια. Έτσι λοιπόν, πολλές φορές η παραπτωματική συμπεριφορά του ατόμου ενεργοποιούσε ταυτόχρονα κατασταλτικούς μηχανισμούς και νομικές διαδικασίες από διαφορετικά πεδία. «Εάν στην υστερομεσαιωνική Φραγκφούρτη ένα μέλος της συντεχνίας δεν είχε πληρώσει τις υποχρεώσεις του για στρατιωτική υπηρεσία, ετιμωρείτο από τον επικεφαλής της συντεχνίας, αλλά και από το Συμβούλιο της πόλης» (Simmel 1998: 170). Η παρέκκλιση της συμπεριφοράς ήταν ταυτόσημη με την αναζήτηση κάτι καινούργιου, κάτι διαφορετικού που βρίσκεται εκτός του κοινού αισθήματος του «συνανήκειν» και που μπορεί να αποτελέσει απειλή για την ταυτότητα της κοινότητας. Το να θίξεις την τιμή και την αξιοπρέπεια μιας ομάδας σημαίνει προσβολή της συλλογικής συνείδησης και της εξισωτικής συνεκτικότητας.

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Εισαγωγή στον Georg Simmel. Μέρος 6ο: Ομόκεντρες και διασταυρωμένες ομάδες

Στο κλασικό δοκίμιο του Simmel «Ο ιστός των κοινωνικών ομάδων» (Die Kreuzung sozialer Kreise) περιγράφεται με γλαφυρό τρόπο η διεύρυνση της ατομικότητας και της δημιουργίας ανοιχτών και υπερτοπικών συνομαδώσεων ως αποτέλεσμα της μετάβασης από την φεουδαρχικά οργανωμένη κοινωνία στη βιομηχανική κοινωνία και τον αστικό πολιτισμό. Σε αυτό το πλαίσιο η έννοια της ομόκεντρης ομάδας αποτελεί το κοινωνιολογικό ισοδύναμο της προβιομηχανικής-φεουδαρχικής κοινωνίας, ενώ η έννοια των διασταυρωμένων ομάδων το κοινωνιολογικό ισοδύναμο της βιομηχανικής κοινωνίας.

Σε αντίθεση με πολλούς κοινωνιολόγους της εποχής του, οι οποίοι έδωσαν ιδιαίτερη προτεραιότητα και έμφαση στην ανάλυση των μακροσκοπικών αλλαγών της εκβιομηχάνισης, κυρίως δε ανατέμνοντας τις οργανωτικές αρχές του εν τω γεννάσθαι καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο Simmel εστιάζει το ενδιαφέρον του στη μελέτη νεοπαγών κοινωνικών μορφών τόσο σε μικρο- όσο και σε μακρο-επίπεδο. Μάλιστα, στη μελέτη του «Ο ιστός των κοινωνικών ομάδων» το επίκεντρο ανάλυσης μεταφέρεται στο άτομο και συγκεκριμένα στις δυνατότητες προσχώρησής του σε κοινωνικές ομάδες πέραν των φυσικών-βιολογικών συνομαδώσεων όπως πχ. η οικογένεια καταγωγής. Παρατηρώντας τις ραγδαίες εξελίξεις της εποχής του, ο Simmel υπογραμμίζει στο έργο του το γεγονός, ότι το σύγχρονο άτομο καθίσταται πλέον κέντρο αναφοράς τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους άλλους. Μεθοδολογικά, θεωρεί ότι η εξατομίκευση είναι προϊόν της κοινωνικής διαφοροποίησης  

Τηρώντας πάντα την αναλυτική διάκριση μεταξύ μορφής και περιεχομένου ο Simmel αναδεικνύει μέσα από τη συγκεκριμένη σπουδή τον διττό χαρακτήρα του ατόμου:

  1. το άτομο ως προϊόν της ιστορίας, ως παθητικός δέκτης απόμακρων και  αναπόφευκτων αλληλοδράσεων
  2. το άτομο ως δημιουργός των αλληλοδράσεων, ως ενεργητικός φορέας διαμόρφωσης κοινωνικών μορφών

Οι συνάφειες σχέσεων μεταξύ ατόμων ρυθμίζουν τον παλμό της κοινωνικής ζωής και επιβεβαιώνουν ότι η δημιουργία περιεκτικών ομάδων αποτελεί κριτήριο αξιολόγησης του βαθμού ανάπτυξης της κοινωνίας: «ο αριθμός των διάφορων κοινωνικών ομάδων της κοινωνίας που συμμετέχουν τα άτομα αποτελεί ένα βαθμόμετρο του πολιτισμού» (Simmel 1998: 160). Αυτό ιστορικά μπορεί να ελεγχθεί με την μελέτη ολοκληρωτικών και προσωποπαγών καθεστώτων όπου η κοινωνία των πολιτών, ως οργανικό σύνολο ελεύθερων και ανοιχτών συνομαδώσεων απαγορευόταν δια ροπάλου. Μεταξύ κεντρικής εξουσίας και ατόμου δεν διαμεσολαβούσαν κοινωνικές ομάδες. Αντίθετα, στους μαζικοδημοκρατικούς κοινωνικούς σχηματισμούς η υπαγωγή του ατόμου σε ελεύθερες και ανοιχτές ομάδες αποτελεί μια ζωντανή πραγματικότητα και ταυτόχρονα, τουλάχιστον σε ένα κοινωνιολογικό επίπεδο, έναν δείκτη εκδημοκρατισμού και ατομικής ελευθερίας.  

Η εμβάθυνση του Simmel στη μελέτη του τρόπου με τον οποίο το άτομο καταλήγει από διάφορες πρωτόγονες προβολές του σκέπτεσθαι στη βαθμιαία απόκτηση αυτοσυνείδησης και  στη δυνατότητα υπαγωγής σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες έχει μια πολυσήμαντη συμβολή:

1.             Φανερώνει τις ιστορικές εκείνες στιγμές μέσα στις οποίες γεννήθηκε αυτό που σήμερα αναγνωρίζεται και συνταγματικά ως ατομικότητα-προσωπικότητα.
2.             Παρουσιάζει εμβριθώς τον τρόπο σύλληψης για το πώς εξελίσσονται οι κοινωνίες. Μας χαρίζει δηλαδή, μια κοινωνιολογική θεωρία εκσυγχρονισμού των ανθρωπίνων κοινωνιών, όπου η οντολογική μονάδα όχι μόνο δεν παραγκωνίζεται από το χείμαρρο των κοινωνικών δομών, αλλά λογαριάζεται ως ένα από τα εξελικτικά στοιχεία. Μέσα σε αυτή τη συνάφεια αντιλαμβάνεται ο Simmel το εκσυγχρονιστικό κύμα ως μια διαδικασία που χαίνει τις ανθρώπινες κοινωνίες σε δυο εποχές: Α) την προβιομηχανική εποχή, όπου η κατανομή και η ειδίκευση της εργασίας είναι περιορισμένες έως μηδαμινές, ενώ οι κοινωνικές συνομαδώσεις στις οποίες υπάγεται το άτομο είναι ομόκεντρες, και Β) τη βιομηχανική εποχή, όπου η κατανομή και η ειδίκευση της εργασίας είναι αυξημένες, ενώ οι κοινωνικές ομάδες στις οποίες προσδένεται το άτομο διασταυρώνονται μεταξύ τους.
3.             Θεωρία εξατομίκευσης, περιγράφει με κοινωνικούς-ιστορικούς όρους τη συγκρότηση ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων, εστιάζοντας στο άτομο και τη δυνατότητά του για αυτοκαθορισμό της βιογραφίας του και του ύφους ζωής.
4.             Κοινωνικο-ιστορική γέννηση των σύγχρονων δικτύων. Ο Simmel μέσα από την ιστορική καταγραφή των μορφών κοινωνικότητας του ατόμου, δηλαδή της εξέλιξης των ομάδων από ομόκεντρες σε διασταυρωμένες, θέτει τα θεμέλια της σύγχρονης θεωρίας δικτύου, η οποία στην Ελλάδα έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό με το έργο του ημέτερου Νίκου Χρηστάκη «Συνδεδεμένοι».

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Εισαγωγή στον Georg Simmel. Μέρος 5ο: εξατομίκευση και κοινωνικές ομάδες


Οι αρχικές σκέψεις του Simmel για την κοινωνική διαφοροποίηση (soziale Differenzierung) εμπνέονται κατά κόρον από τον κοινωνικό εξελικτισμό και δαρβινισμό του Herbert Spencer, κυρίως σε ότι αφορά την παραδοχή ότι η ανάπτυξη  και η εξέλιξη ενός οργανισμού διαθέτει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ικανότητα προσαρμογής στο περιβάλλον. Βέβαια, στην εξέλιξη του έργου του, ο Simmel, αποκήρυξε τον κοινωνικό εξελικτισμό και την ανάλυση του Κοινωνικού με οργανικούς-βιολογικούς όρους και περιορίστηκε σε μια “λειτουργιστική” (functionalistic) προσπέλαση των κοινωνικών μορφών, η οποία αργότερα έδωσε τη θέση της στην «φιλοσοφία της ζωής» (Lebensphilosophie), ένα φιλοσοφικό ρεύμα του 19ου αιώνα που αντιτίθεται στον στείρο θετικισμό και ορθολογισμό.

Η διαφοροποίηση του κοινωνικού πεδίου ενεργοποιεί τις διαδικασίες εξατομίκευσης. Κεντρική είναι εδώ η θέση ότι οι μηχανισμοί διαφοροποίησης της κοινωνίας διανοίγουν ευρύτερα πεδία που προωθούν και ενθαρρύνουν τη δημιουργία νέων συνδέσεων μεταξύ ατόμων, προκρίνοντας τη συνομάδωση, την ανάπτυξη του ατόμου και την εκδίπλωση της ατομικότητας. Σε αυτό το σημείο ο Simmel μπορεί να θεωρηθεί ως ένας από τους πρωτεργάτες της θεωρίας της εξατομίκευσης, αφού περιγράφει  και αναλύει τους μηχανισμούς με τους οποίους καθίσταται εφικτή η αποδέσμευση του ατόμου από προκαθορισμένες, κλειστές, τοπικές, παραδοσιακές και ομόκεντρες ομάδες και η (επαν)ενσωμάτωσή του σε εξειδικευμένες, ευρύτερες, ανοιχτές, πολλαπλές και περιεκτικές συνομαδώσεις, οι οποίες εφάπτονται ή διασταυρώνονται μεταξύ τους. Ενώ λοιπόν στις κοινωνίες με χαμηλό βαθμό διαφοροποίησης οι ομάδες απορροφούν το άτομο και το καθορίζουν κοινωνικά, στις σύγχρονες διαφοροποιημένες κοινωνίες, είναι οι ομάδες αυτές που πρέπει να προσαρμοστούν στο άτομο. Αυτή την εξέλιξη ο Simmel  την περιγράφει ως τη μετάβαση από τις "ομόκεντρες ομάδες" στις "ομάδες που διασταυρώνονται", μια έννοια που ουσιαστικά ιχνογραφεί τις διαφορές μεταξύ της προβιομηχανικής και της βιομηχανικής κοινωνίας. 

Σε συνέχεια της περιγραφής των διαδικασιών κοινωνικής διαφοροποίησης παρατίθενται οι αντίστοιχες διαδικασίες στο πεδίο του ατόμου (εξατομίκευση):

1.             Ειδίκευση: το κάθε άτομο είναι πλέον ελεύθερο να αποφασίσει πού θα εργαστεί και με ποιον θα συνεταιριστεί. Σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα, τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες που διαθέτει, μπορεί να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, αποκτώντας ένα είδος μοναδικότητας. Μοναδικότητα σημαίνει εν προκειμένω ότι η επαγγελματική δραστηριότητα και η επαγγελματική διαδρομή του ατόμου, το τοποθετούν πλέον σε μια συγκεκριμένη κοινωνική θέση. Επιπρόσθετα η θέση εργασίας, η οποία απαιτεί ορισμένες δεξιότητες και γνώσεις από το άτομο, δεν απορροφά το σύνολο της προσωπικότητάς του, αλλά αντανακλά μόνο ένα μέρος της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το άτομο καθίσταται ξεχωριστό μέσα από την εργασία και την προσφορά του στο κοινωνικό σύνολο. Επιπλέον η οικειοθελής υπαγωγή του ατόμου σε εργατικές συνενώσεις και κοινωνικές ομάδες-μια πρακτική που είναι αρκετά διαδεδομένη στις βιομηχανικές κοινωνίες-μπορεί να θεωρηθεί σε αυτή τη νοηματική συνάφεια ως ένα παράγωγο της σύγχρονης ειδίκευσης.
2.            Διαφοροποίηση ρόλων: με την έννοια ρόλος αντιλαμβανόμαστε στην κοινωνιολογία το σύνολο των προσδοκιών συμπεριφοράς που τρέφει ένας αριθμός ατόμων απέναντι στον κάτοχο μια συγκεκριμένης κοινωνικής θέσης. Ουσιαστικά πρόκειται για παγιωμένες συμπεριφορές που θα πραγματοποιηθούν σε μια ορισμένη περίσταση. Για παράδειγμα ο ρόλος κάποιου ως «πατέρας» εντάσσεται πρωτίστως στο οικογενειακό περιβάλλον, όπου εκεί εντοπίζεται και η κοινωνική θέση «πατέρας». Ωστόσο, η στάση και η συμπεριφορά του «πατέρα» εξαρτάται και πλάθεται ως ένα βαθμό από το τι περιμένουν οι άλλοι (σύζυγος, παιδιά, συγγενείς, κ.α.) απ’ αυτόν καθώς και από το πώς περιμένουν να αντιδράσει σε διαφορετικές καταστάσεις. Η διαφοροποίηση ρόλων έρχεται τώρα να πολλαπλασιάσει τις κοινωνικές θέσεις των σύγχρονων ανθρώπων και μαζί τους να αυξήσει γεωμετρικά τον αριθμό των συσχετιζόμενων ατόμων καθώς και τον αριθμό των αντίστοιχων προσδοκιών συμπεριφοράς. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το άτομο δεν ορίζεται πλέον μόνο φυλογενετικά και οντογενετικά ως «πατέρας», αλλά και επαγγελματικά ως μισθωτός υπάλληλος, συνάδελφος όπως και κοινωνικά ως καταναλωτής, πολίτης κτλ. Μέσα από τη διαδικασία διασταύρωσης των κοινωνικών ομάδων προκύπτει ένας υπέρογκος αριθμός ατόμων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα σε ένα σύνθετο και αξιακά πλουραλιστικό πεδίο δραστηριοτήτων, το οποίο στις σύγχρονες κοινωνίες κατέχει τη μορφή ενός κοινωνικού δικτύου. Εδώ ο Simmel θέτει τα κοινωνιολογικά θεμέλια για τη θεωρία των κοινωνικών δικτύων, υπογραμμίζοντας τη δυναμική της εξατομίκευσης και ειδικότερα την πρόσδεση και τη σύνδεση του ατόμου με διαφορετικές ομάδες.