Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

Πώς μεταβάλλεται η κοινωνία μέσω των νέων τεχνολογιών; Σύγχρονες θεωρίες και απόψεις

Στο ως άνω ερώτημα οι απαντήσεις των κοινωνικών επιστημόνων ποικίλουν, αντανακλώντας έτσι την πολυπλοκότητα και την ετερογένεια της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας.

Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Alain Touraine ερμηνεύει τις ψηφιακές ΤΠΕ ως την «Τρίτη Βιομηχανική Επανάσταση», η οποία είναι εφάμιλλης σημαντικότητας και εμβέλειας με «την εφεύρεση της ατμομηχανής και την ανάπτυξη των μηχανολογικών βιομηχανιών στις αρχές του 19ου αιώνα» (Τουraine 2001: 49). Επίσης τονίζει ότι οι κοινωνίες σήμερα δεν εξαρτώνται από την ενέργεια, αλλά από την πληροφορία, δίνοντας έτσι έμφαση στην ανατροπή της ύλης. Ωστόσο, ο Touraine διασαφηνίζει ότι η επανάσταση των νέων τεχνολογιών αποτελεί μια διεργασία μετασχηματισμού μεταξύ άλλων, οι συνέπειες της οποίας αποτυπώνονται στην εικόνα της παγκόσμιας κοινωνίας.

Ο Μanuel Castells ενσωματώνει τις επίκαιρες εξελίξεις σε ένα ενιαίο θεωρητικό σχήμα, κάνοντας λόγο για την έλευση της κοινωνίας του δικτύου (network society). Σύμφωνα με τη θεωρία του, οι τεχνολογικές καινοτομίες στα πεδία της μικροηλεκτρονικής, των τηλεπικοινωνιών, των υπολογιστών και των ψηφιακών δικτύων σφυρηλάτησαν ένα «νέο τεχνολογικό παράδειγμα» (Castells 1996: 67), τα προϊόντα του οποίου φαίνονται πρωτίστως στην καπιταλιστική οικονομία, την οποία ο Castells χαρακτηρίζει ως «πληροφοριακό καπιταλισμό». Στο κοινωνικό σύστημα παρατηρούνται ραγδαίες μεταβολές, οι οποίες σχετίζονται με διεργασίες κοινωνικο-οικονομικής αναδόμησης. Κοινωνικά κινήματα και δίκτυα αλληλεγγύης διαθέτουν πλέον με τις διαδραστικές τεχνολογίες σημαντικές δυνατότητες πολιτικής έκφρασης και δημόσιας συμμετοχής. Η συνύφανση της πληροφοριακής επανάστασης, της καπιταλιστικής οικονομίας και της αναδόμησης της σύγχρονης κοινωνίας των πολιτών συγκροτεί τον βασικό άξονα πάνω στον οποίο οικοδομείται η παγκόσμια κοινωνία του δικτύου. Ο Castells σχολιάζει όμως και την σκοτεινή πλευρά αυτής της εξέλιξης, μιλώντας για τις «μαύρες τρύπες του πληροφοριακού καπιταλισμού» και τη διαμόρφωση ενός «Τέταρτου Κόσμου» που δεν έχει πλέον σαφή γεωγραφική και εδαφική αναφορά, αλλά εκτείνεται σε παγκόσμια κλίμακα και περιλαμβάνει αυτούς που αγωνίζονται καθημερινά για επιβίωση.

Ο Jeremy Rifkin αναφέρει ότι με τις νέες ΤΠΕ ανοίγει το καυτό θέμα της πρόσβασης, αφού στην εποχή του ψηφιακού υπερκαπιταλισμού η έννοια της υλικής ιδιοκτησίας και γενικότερα το δικαίωμα της ιδιοκτησίας εκτοπίζεται σταδιακά από την «αβαρή οικονομία» και το δικαίωμα στην πρόσβαση. Όπως για τον Castells, έτσι και για τον Rifkin, σε παγκόσμιο επίπεδο χαρτογραφούνται άτομα, ομάδες και ολόκληρες κοινωνίες που δεν αξιώνουν δικαιώματα πρόσβασης στους διασυνδεδεμένους υπολογιστές και ζουν «εκτός των ηλεκτρικών πυλών» (Rifkin 2001: 414).

Ο Robert Hassan υποστηρίζει ότι τα ψηφιακά δίκτυα έχουν γίνει δομικά στοιχεία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ενώ η πρώτη φάση της ψηφιακής επανάστασης στόχευε ουσιαστικά στην ενσωμάτωση και την κινητοποίηση ατομικών οντοτήτων, η δεύτερη φάση συγχωνεύει μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού και προσφέρει σε μεγάλο βαθμό δυνατότητες για ανάπτυξη συλλογικών ταυτοτήτων. Έτσι ο Hassan κάνει λόγο για μια κανονικοποίηση (normalization) της ψηφιακής επανάστασης, εννοώντας ότι ευθυγραμμίζεται με τις ανάγκες του ατόμου για προσχώρηση σε κοινότητες και ομάδες (βλ. Hassan 2004).

Ο Dominique Wolton χαρακτηρίζει το Διαδίκτυο ως «σύμβολο της Νεωτερικότητας» (Wolton 2005: 278). H διαδραστική, αποκεντρωμένη και οικολογική δομή των νέων TΠΕ ενισχύει και επιταχύνει τις βασικές αρχές του ανολοκλήρωτου προγράμματος του Διαφωτισμού, κυρίως προωθώντας τον διάλογο και την επικοινωνία μεταξύ ατόμων και συλλογικοτήτων. Κυρίως όμως, επειδή το Διαδίκτυο διαχειρίζεται μεγάλα αποθέματα γνώσης, οι σημερινοί χρήστες εξοικειώνονται με την ανταλλαγή γνώσης και μαθαίνουν να επιλύουν τις όποιες διαφορές «χωρίς βία και αίμα». Η οθόνη αποτελεί, σύμφωνα πάντα με τον Wolton, έναν τόπο αντανάκλασης της κοινωνίας, όπου τα ιδεώδη της αμεσότητας και της διαφάνειας γίνονται περισσότερο εμφανή.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Ο εξιδανικευμένος εικονικός Άλλος

Η διανθρώπινη επικοινωνία στο Διαδίκτυο εδράζεται σε μεγάλο βαθμό στο κείμενο και στις λέξεις (λεκτική επικοινωνία), περιορίζοντας σημαντικά τις διόδους για μηνύματα και συναισθήματα που εκπέμπονται από τη γενική εμφάνιση και παρουσίαση του ατόμου, τη βλεμματική επαφή, τη στάση του σώματος, την εκφορά του λόγου και τον περιβάλλοντα χώρο (μη λεκτική, εξωρηματική επικοινωνία). Το κενό που δημιουργείται από τον αποκλεισμό αυτών των εξωρηματικών στοιχείων αναπληρώνεται με ναρκισσιστικές προβολές επιθυμιών, ταυτίσεις και φαντασιώσεις, κατασκευάζοντας έτσι έναν εικονικό Άλλο, ο οποίος αποτελεί το εξιδανικευμένο αντικείμενο της αγάπης. Μόλις όμως μεταφέρουμε την online γνωριμία μας στον πραγματικό κόσμο, και από το ανώνυμο Hyperdating προσγειωθούμε στον όχι και τόσο θαυμαστό πραγματικό κόσμο, διαπιστώνουμε ότι ο εξιδανικευμένος εικονικός Άλλος, είναι και αυτός ένας άνθρωπος με ατέλειες, προβλήματα, ανησυχίες, φόβους κλπ.. Αυτή η «αποκάλυψη» ενδέχεται να προκαλέσει απογοήτευση και θυμό. Γι΄αυτό το λόγο είναι σπάνιο μια γνωριμία που ξεκινάει στο Διαδίκτυο να ευοδωθεί στην πραγματικότητα Πολύ περισσότερο τέτοιου είδους σχέσεις είναι φευγαλέες και ασταθείς.

"Τα αστάθμητα κενά του κυβερνοχώρου"


Ο Παναγιώτης Κονδύλης μετριάζει τον ενθουσιασμό και την αισιοδοξία για την τελική επικράτηση του γνωστικού-ορθολογικού στοιχείου στην κοινωνία μέσα από τις πυκνές ροές πληροφοριών των ηλεκτρονικών δικτύων, θυμίζοντας ότι «η πρώτη έγνοια του πράττοντος δεν είναι ούτε πάντα ούτε αναγκαστικά το πλήθος των πληροφοριών, αλλά η εύρεση του χρόνου για την οικείωση και την αξιολόγησή τους. (…) Στα ογκούμενα κύματα των πληροφοριών μπορεί κανείς να πνιγεί» (Κονδύλης 1998: 150). Επιπλέον για τον Κονδύλη η εξαγγελία της «ανατροπής της ύλης» είναι ιδιαίτερα παραπλανητική, διότι στις σημερινές κοινωνίες οι υλικοί παράγοντες ναι μεν αποκτούν όλο και μικρότερη οικονομική σημασία έναντι της γνώσης και της πληροφορίας («δυνάμεις του πνεύματος»), αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι αυτονομούνται και αναβαθμίζονται σε ουσιαστικούς παράγοντες αναπαραγωγής της κοινωνίας. Αναφέρει ενδεικτικά: «Καμμιά τεχνογνωσία και κανένας κυβερνοχώρος δεν θα μπορέσει να περιφρουρήσει την οικονομική θέση της Ιαπωνίας μέσα στον κόσμο, αν το νησιωτικό της κράτος αποκοπεί πλήρως και με συνέπεια από όλες τις πρώτες ύλες» (Κονδύλης 1998: 154). Αυτό βέβαια, ισχύει και αντίστροφα σύμφωνα με τον Κονδύλη, αφού χωρίς το «τεράστιο δυναμικό σε υλικούς πόρους και χωρίς την πολιτικό-στρατιωτική κάλυψη της πρόσβασής τους (…) οι Ηνωμένες Πολιτείες ποτέ δεν θα είχαν καταστεί ο πρωτοπόρος του κυβερνοχώρου» (Κονδύλης 1998: 154).

Τα «κενά του κυβερνοχώρου» δεν εγγυώνται σε καμία περίπτωση, όπως ευαγγελίζονται πολλοί, την αύξηση της ορθολογικότητας στο πεδίο του κοινωνικού πράττειν.