Πέμπτη 12 Ιουλίου 2007

Ορισμός του Ψηφιακού Χάσματος
Ο όρος Ψηφιακό Χάσμα είναι το μεταφραστικό ισοδύναμο του αγγλικού όρου „Digital Divide“. Οι καταβολές του εντοπίζονται στην δεκαετία του 1990, στην φάση προσαρμογής και διείσδυσης του πληθυσμού στο Διαδίκτυο. Αρχικά η σημασία του φαινομένου δεν συγκίνησε ιδιαίτερα τον επιστημονικό και πολιτικό κόσμο. Μάλιστα, πολλοί το παρομοίωσαν με το «Mercedes Divide», εννοώντας δηλαδή ότι κάποιοι στον πληθυσμό κατέχουν ένα αυτοκίνητο Mercedes, ενώ κάποιοι άλλοι όχι, ερμηνεύοντας το Διαδίκτυο σαν ένα είδος πολυτελούς διασκέδασης.

Η μαζική εμπορευματοποίηση του προσωπικού υπολογιστή, η επινόηση του Παγκόσμιου Ιστού (WWW) και η αθρόα προσχώρηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού στον κυβερνοχώρο ανέδειξε τις ανισότητες στα δικαιώματα πρόσβασης και χρήσης των νέων ΤΠΕ, κάνοντας αργότερα πολλούς να μιλούν για την διαμόρφωση μιας παγκόσμιας διταξικής κοινωνίας, διαιρεμένης σε users και losers.

Ο Robert Hassan θέλοντας να δείξει την τεράστια σημασία που απέκτησε το φαινόμενο του Ψηφιακού Χάσματος τα τελευταία χρόνια στην δημόσια σφαίρα, αναφέρει ότι το 2004 η μηχανή αναζήτησης του Google για τον όρο «digital divide» του έδωσε περίπου 667.000 σχετικές καταχωρήσεις. Ένα μήνα αργότερα ο αριθμός αυτό εκτοξεύτηκε στις 740.000. Αν δοκιμάσει κανείς σήμερα αυτήν την μεθοδολογία, ο αριθμός αυτός υπερβαίνει τις μερικές δεκάδες εκατομμύρια.

Ένας κοινά αποδεκτός ορισμός του Ψηφιακού Χάσματος δεν υπάρχει. Ωστόσο μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε τους υπάρχοντες ορισμούς σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:

1. Ορισμοί που θεματοποιούν αποκλειστικά την πρόσβαση
2. Ορισμοί που θεματοποιούν αποκλειστικά την χρήση
3. Ορισμοί που θεματοποιούν την πρόσβαση και την χρήση

Οι δομικές αδυναμίες που παρουσιάζουν από κοινωνιολογικής πλευράς οι διαθέσιμοι ορισμοί του Ψηφιακού Χάσματος συνοψίζονται στις εξής δυο:

  1. Εμμένουν να ερμηνεύουν το Διαδίκτυο με την μεταφορά του εργαλείου, δηλαδή σαν ένα μέσο μαζικής επικοινωνίας όπου μεταξύ πομπού και δέκτη υπάρχει μονόδρομη επικοινωνία. Το Διαδίκτυο όμως υπερβαίνει την φιλοσοφία του κλασικού μέσου επικοινωνίας, κυρίως με την άρση της επικοινωνιακής φραγής μεταξύ πομπού και δέκτη και απελευθερώνει ένα δυναμικό αλληλεπίδρασης. Δεν πρόκειται λοιπόν μόνο για κοινωνική ενσωμάτωση μέσω του Διαδικτύου, αλλά και μέσα στο Διαδίκτυο.
  2. Εστιάζουν την προσοχή τους σε έναν πολιτειοκεντρικό κόσμο, αγνοώντας τον ανανεωμένο και παρεμβατικό ρόλο της παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών και της συνακόλουθης «παγκοσμιοποίησης από κάτω».

Από το γνωσιακό στο ψηφιακό χάσμα
Το Ψηφιακό Χάσμα, ως τρόπος χαρτογράφησης και απεικόνισης μιας κοινωνικής πραγματικότητας που μεταμορφώνεται και μετασχηματίζεται συνεχώς από την αλληλεπίδραση της με τις Νέες Τεχνολογίες, δεν αποτελεί μια εντελώς καινούργια κατηγορία στις επιστήμες της επικοινωνίας. Η προβληματική της επίδρασης των μέσων επικοινωνίας σε διάφορα πληθυσμιακά τμήματα και κατ’ επέκταση στην διαμόρφωση της κοινής γνώμης έχει οριστεί ως το αντικείμενο μελέτης και έρευνας της επιστήμης της επικοινωνιολογίας. Ήδη, το 1970, η ερευνητική ομάδα του καθηγητή Phillip J. Tichenor του πανεπιστημίου της Minnesota διατυπώνει την υπόθεση του αυξανόμενου «γνωσιακού χάσματος».

Βλέποντας στα μαζικά μέσα επικοινωνίας της εποχής τους (τηλεόραση, ραδιόφωνο και τύπος) τις δυνατότητες για ευρεία διάδοση πληροφοριών και την προοπτική δημοκρατικής διαμόρφωσης της ατομικής υποκειμενικής γνώμης, οι ερευνητές του Tichenor αμφιβάλλουν για το κατά πόσο αυτά τα πλεονεκτήματα των μέσων επικοινωνίας είναι ισοκατανεμημένα στα διάφορα τμήματα του πληθυσμού. Έτσι, διαπιστώνουν ότι υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί διείσδυσης των μέσων, πράγμα που σημαίνει άνιση πληροφοριακή ανάπτυξη στα διάφορα πληθυσμιακά τμήματα. Ως ανεξάρτητη μεταβλητή ορίζουν εν προκειμένω το μορφωτικό επίπεδο. Όσο πιο μορφωμένος είναι κάποιος τόσο μεγαλύτερη και η οικειοποίηση της γνώσης.

Η γενικότητα και η μονοαιτιότητα αυτής της υπόθεσης περιορίστηκε σημαντικά το 1973. Διαπιστώθηκε ότι μεγάλα γνωσιακά χάσματα παρατηρούνται σε συγκεκριμένες περιοχές, όπου υπάρχει σε μεγαλύτερη έκταση υπόρρητη γνώση παρά πραγματική γνώση. Η πραγματική γνώση, που σε αυτό το πλαίσιο δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά αντικειμενική γνώση για διάφορα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας, παραμένει από ένα σημείο και έπειτα αδιαίρετη και στάσιμη. Αντίθετα η υπόρρητη γνώση είναι αυτή που μπορεί να πολλαπλασιαστεί και να αναπαραχθεί υπό ορισμένες κοινωνικές συνθήκες. Το 1977 οι Ettema και Kline διατυπώνουν την υπόθεση ανταγωνισμού σύμφωνα με την οποία το γνωσιακό χάσμα και η μεγέθυνσή του δεν αποδίδονται νομοτελειακά στο μορφωτικό επίπεδο, αλλά πολύ περισσότερο στην ατομική εμπειρία και την υποκειμενική εκτίμηση του χρήστη για τη σημαντικότητα των πληροφοριών. Οι δυο δεσπόζουσες μεταβλητές είναι το προσωπικό ενδιαφέρον και η παρακίνηση του χρήστη.

Οι αθέατες πλευρές του Ψηφιακού Χάσματος
Όταν συζητάει κανείς για το Ψηφιακό Χάσμα, το πρώτο πράγμα που του έρχεται στο μυαλό είναι κατά πάσα πιθανότητα η ελλιπής τεχνολογική υποδομή, η ανεπάρκεια ηλεκτρονικών υπολογιστών, το χαμηλό ποσοστό διείσδυσης στο Διαδίκτυο και η σχετικά υπανάπτυκτη και ολιγοπωλειακή αγορά νέων τεχνολογιών. Στις περισσότερες περιπτώσεις η διασυνδεσιμότητα και «η πρόσβαση σε έναν υπολογιστή ή σε ένα τηλεφωνικό δίκτυο, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το αν θα ανήκει κανείς στους κερδισμένους ή τους χαμένους της κοινωνίας της πληροφορίας και της γνώσης. Σε περιοχές, όπου η εξασφάλιση συνεχούς παροχής ηλεκτρικής ενέργειας δεν υπάρχει, το παραπάνω ερώτημα δεν μπορεί να τεθεί. Το πρόβλημα πρόσβασης σε πληροφορίες και γνώση μεταβάλλεται εν προκειμένω σε ένα πρόβλημα τεχνολογικής υποδομής «αγωγών και σκληρών δίσκων» (Dowe 2003, online-κείμενο).

Βέβαια υπάρχουν και οι αθέατες πλευρές του Ψηφιακού Χάσματος, οι οποίες αποτελούν προέκταση του ίδιου προβλήματος. Σύμφωνα με τους συγγραφείς Dowe και Märker, οι οποίοι επιχειρούν μια συστηματική κατηγοριοποίηση των αθέατων πλευρών του Ψηφιακού Χάσματος, μια πρώτη βασική πτυχή του εν λόγω φαινομένου είναι η δεξιότητα του ανθρώπου να χρησιμοποιεί και να αξιοποιεί προβληματοκεντρικά τα νέα μέσα επικοινωνίας. Οι συγγραφείς κάνουν έναν διαχωρισμό ανάμεσα σε πρακτική, θεωρητική και ενεργητική δεξιότητα του ατόμου για σωστή και στοχοκατευθυνόμενη χρήση των μέσων.

Η δεύτερη βασική πτυχή του φαινομένου ορίζεται σύμφωνα με τους Dowe και Märker μέσα από την ποιότητα και την ποσότητα του περιεχόμενου των πληροφοριών που διακινούνται στο Διαδίκτυο. Η απουσία χρήσιμων, εύκολα εντοπίσημων και διασυνδεδεμένων πληροφοριών που να παραπέμπουν σε γενικότερες ή ειδικότερες κατηγορίες πληροφοριών, οδηγεί σίγουρα σε περιορισμένη ικανοποίηση των αναγκών του ατόμου, αλλά και σε επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της γνώσης. Κύριο μέλημα λοιπόν των περιεχομένων των πληροφοριών παραμένει η σύμπλευσή τους με τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες χρήστη. Όταν μια πληροφορία δεν ικανοποιεί κάποια συγκεκριμένη ανάγκη, τότε δεν έχει αξία. Ο χρήστης μόλις την εντοπίσει απλά την προσπερνάει και αδημονεί να συναντήσει αυτό που πραγματικά τον ενδιαφέρει. Δεν είναι λίγες οι ιστοσελίδες εκείνες που φιλοξενούν στους χώρους τους άχρηστες και φλύαρες πληροφορίες, κατασκευάζοντας έτσι ένα συνεχώς διογκούμενο «ινφο-σκουπιδότοπο».

Οι συγγραφείς κάνουν λόγο για την ανάγκη μιας ουσιαστικής μεταβολής των περιεχομένων των πληροφοριών σε «υποδειγματικά περιεχόμενα» (vorbildliche Inhalte), μια μεταβολή δηλαδή σε πλούσιες, εύχρηστες, εύκολα προσπελάσιμες και εκπαιδευτικές τράπεζες δεδομένων, η αξιοποίηση των οποίων θα φέρνει στην επιφάνεια απέριττες κυψέλες γνώσης. Ωστόσο, στον ωκεανό των διαθέσιμων πληροφοριών και ιστοσελίδων του Διαδικτύου υπάρχουν περιεχόμενα που δεν ενδιαφέρουν κανέναν ή που ικανοποιούν πολύ περιορισμένες ανάγκες.