Παρασκευή 15 Ιουνίου 2007

Αφορισμοί: ο κυβερνοχώρος. Μέρος 1ο

Ο κυβερνοχώρος δεν έχει υλική υπόσταση. Είναι αδιάστατος και αδιάσπαστος. Εκδιπλώνεται σε ένα άχωρο περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από έντονη ευμεταβλητότητα και ρευστότητα. Δεν υπόκειται στους ευκλείδιους κανόνες της γεωμετρίας περί καθετότητας και παραλληλίας, ούτε είναι δυνατή η πιστή του αναπαράσταση. Συντίθεται και αρθρώνεται από αμέτρητα διασυνδεδεμένα δίκτυα υπολογιστών, χωρίς όμως να γίνεται σαφής και μετρήσιμη η συμμετοχή του κάθε μεμονωμένου υπολογιστή στην διαμόρφωση του κυβερνοχώρου.

Ο κυβερνοχώρος δεν έχει αρχή και τέλος. Ωστόσο η δυνατότητα πρόσβασης σε αυτόν αποτελεί αρχή ή τέλος για ατομικές και συλλογικές οντότητες. Υπερβαίνει κάθε γραμμική αντίληψη περί αντικειμένου. Η εννοιολογική του οριοθέτηση δεν ταυτίζεται με την πραγματική του υπόσταση, διότι δεν είναι εκ των πραγμάτων οριοθετήσιμος.

Το μόνο που επιτρέπει στην ανθρώπινη νόηση να οσφρηστεί την μετα-οντολογία του κυβερνοχώρου είναι η επινόηση και η χρήση μεταφορών, η προσπάθεια δηλαδή οπτικοποίησης του αόρατου και οικειοποίησης του ακατάληπτου μέσω ενός κοινώς αναγνωρίσιμου και ερμηνεύσιμου συμβόλου.

Ο λαβύρινθος, το διάστημα και η υδρόγειος σφαίρα τυλιγμένη με οπτικές ίνες αποτελούν ορισμένες από τις μεταφορές που συναντάμε συχνά στους υπολογιστές μας. Αυτές δηλώνουν σχηματικά την πολυπλοκότητα και την οικουμενικότητα του κυβερνοχώρου και διαμορφώνουν έναν "μεταοπτικό χώρο" (Scarpelos 1999), όπου η συνείδηση και η εμπειρία αμφιρρέπουν μεταξύ εικονικού και πραγματικού, μεταξύ οικείου και αγνώστου, μεταξύ φυσικής αμεσότητας και τεχνητής εμμεσότητας.

Παρουσίαση βιβλίου για το Ψηφιακό Χάσμα

“Technology and Social Inclusion. Rethinking the Digital Divide”
Mark Warschauer
MIT Press, Cambridge/London 2003


Η παγκόσμια κοινωνία της πληροφορίας και της γνώσης διαδέχτηκε την βιομηχανική κοινωνία, χωρίς ωστόσο να μπορεί να δώσει εγγυήσεις για τον εξοβελισμό των φαντασμάτων της κοινωνικής ανισότητας. Αντιθέτως, σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο παρατηρούνται νέες μορφές κοινωνικής ανισότητας και διαίρεσης, οι οποίες αποκλείουν άτομα και συλλογικότητες από τον πληροφοριακό πλούτο, πολιτογραφόντας τους κατοίκους που ζουν «εκτός των ηλεκτρονικών πυλών» (Rifkin 2001) σε έναν όψιμο «Τέταρτο Κόσμο» (Castells 1996). Το γνωστό πλέον φαινόμενο του «Ψηφιακού Χάσματος» (digital divide) έχει απασχολήσει όχι μόνο την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, αλλά και τα μεταβιομηχανικά έθνη-κράτη που αναζητούν εναγωνίως λύσεις απέναντι σε ένα μείζων κοινωνικό πρόβλημα.

O Warschauer ασκώντας κριτική στις απλοϊκές και επιφανειακές αντιλήψεις για τις κοινωνικές επιδράσεις των Νέων Τεχνολογιών, οι οποίες αναλίσκονται σε έναν άγονο τεχνολογικό ντετερμινισμό, επιμηκύνει τη γραμμή σκέψης υιοθετώντας ως μεθοδολογική αρχή τη σύνδεση μεταξύ τεχνολογίας και κοινωνικής ενσωμάτωσης. Θεματοποιεί περισσότερο τις σχέσεις που διαμορφώνονται και αναδιαμορφώνονται μέσα στο τρίπτυχο «Τεχνολογία, Κοινωνία, Θεσμοί», χωρίς να καταφεύγει σε γραμμικές προσπελάσεις αιτίας-αιτιατού. Το ερώτημα, λοιπόν που προκύπτει για τον Warschauer δεν είναι το πως θα υπερβούμε το Ψηφιακό Χάσμα, εξοπλίζοντας π.χ. τους πληθυσμούς με καινούργιους υπολογιστές και δίκτυα, αλλά το πώς είναι δυνατή η κοινωνική ανάπτυξη μέσα από την αποτελεσματική ενσωμάτωση των Νέων Τεχνολογιών σε ανθρώπινες ομάδες, σε θεσμούς και σε ολόκληρες κοινωνίες (Warschauer 2003, σελ. 9).

Για να καταλήξει όμως σε μια τέτοιου είδους «θεσμιστική» (institutionalistic) παραδοχή, αναλύει σε ξεχωριστά κεφάλαια τις διάφορες πτυχές του Ψηφιακού Χάσματος, αγγίζοντας θέματα όπως, η πρόσβαση στους υπολογιστές και η διασυνδεσιμότητα (φυσικοί πόροι), τα διαδικτυακά περιεχόμενα και η γλώσσα (ψηφιακοί πόροι), η ψηφιακή εγγραματοσύνη και η (δια βίου) εκπαίδευση (ανθρώπινοι πόροι), οι ανθρώπινες κοινότητες και οι θεσμοί (κοινωνικοί πόροι). Όλοι οι προαναφερθέντες πόροι συγκροτούν ένα ενιαίο σώμα, μια συμπαγή και ολιστική προσπέλαση των ψηφιακών φαινομένων, όπου το ειδικό βάρος δεν βρίσκεται πλέον στην έννοια του Ψηφιακού Χάσματος και των συγχρωτιζόμενων τρόπων υπέρβασής του, όπου η στατιστική καταγραφή των ανισοτήτων μεταφράζεται σε πολιτική καταστολής του προβλήματος, αλλά στις «κοινωνικές δομές και λειτουργίες των θεσμών και στο πώς οι Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας μπορούν να βοηθήσουν προκειμένου (οι θεσμοί) να γίνουν πιο δημοκρατικοί, πιο δίκαιοι και κοινωνικά περιεκτικοί» (Warschauer 2003, σελ. 207).

Η γραμμή σκέψης του Warschauer υπερβαίνει τις υπάρχουσες θεωρήσεις του Ψηφιακού Χάσματος, οι οποίες εξαντλούνται συνήθως σε μια ποσοτική περιγραφή των διαφορετικών ποσοστών διείσδυσης των Νέων Τεχνολογιών στον πληθυσμό, αγνοώντας το εκάστοτε συμφραστικό πλαίσιο. Έτσι λοιπόν ο τίτλος «Rethinking the Digital Divide» εισάγει τον αναγνώστη σε ένα καθεστώς αναπλαισίωσης της συζήτησης, όπου κυριαρχεί η καινοτόμος άποψη ότι η κοινωνική και θεσμική σύνδεση των Νέων Τεχνολογιών σε διάφορες κοινωνικές περιοχές μπορεί να αυξήσει την κοινωνική ενσωμάτωση.
Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος