Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2007

Όλοι ξέρουμε τα πάντα για όλους (;)

Στις μέρες μας ο διασκορπισμός των ερεθισμάτων από τις πηγές πληροφόρησης και ενημέρωσης είναι τόσο έντονος που δημιουργείται σταδιακά η ψευδαίσθηση ότι "όλοι ξέρουμε τα πάντα για όλους".

Τόσο η καταιγιστική εισβολή στον ιδιωτικό βίο των επωνύμων (τραγουδιστές, πολιτικοί, επιχειρηματίες κα.) με τη μορφή μεσημεριανής κουτσομπολίστικης εκπομπής ή κίτρινου τύπου του ενός Ευρώ όσο και η ανάπτυξη και διάδοση προγραμμάτων κοινωνικού λογισμικού (Social Software) που προωθεί και ενισχύει τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ ατόμων από διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια, σφυρηλατεί τη φαντασίωση ότι τίποτε δεν είναι πλέον κρυπτόν υπό τον ήλιον, ότι όλοι όσοι εμπλεκόμαστε στις διαδικασίες επικοινωνίας προβαίνουμε σε αυτοαποκαλύψεις για την προσωπική μας ζωή, τις σχέσεις μας, τη δουλειά μας, τα συναισθήματά μας, τις ανησυχίες και τους φόβους μας για μέλλον.

Όλοι σταδιακά μαθαίνουμε από τους άλλους για τη δική τους προσωπική ζωή, τις σχέσεις τους, τη δουλειά τους, τα συναισθήματά τους, τις ανησυχίες και τους φόβους τους για το μέλλον. Καταλαβαίνουμε ότι μοιραζόμαστε πάνω-κάτω τα ίδια προβλήματα καθημερινότητας, ότι μας απασχολούν παρόμοια θέματα, ότι φοβόμαστε και ανησυχούμε για τα ίδια ακριβώς πράγματα, ότι τα συναισθήματά μας έχουν παρόμοιες διακυμάνσεις, ότι εν κατακλείδι αυτά που φανταζόμαστε είναι ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα.

Αυτή η άτυπη ομαδική ψυχοθεραπεία διαμορφώνει μια ανακλαστική συλλογική συνείδηση. "Ξέρω πράγματα για τους άλλους. Ξέρουν ότι ξέρω πράγματα για αυτούς. Ξέρω επίσης ότι και οι άλλοι ξέρουν πράγματα για εμένα. Ξέρω ότι ξέρουν ότι ξέρω πράγματα για αυτούς".

Ουσιαστικά η κορύφωση της απόλυτης γνώσης για τον Άλλο δεν πρόκειται ποτέ να ευοδωθεί, μπορεί όμως σταδιακά να κατακτώνται καινούργια ψήγματα γνώσης και εμπειρίας, τα οποία βοηθούν να μαθαίνουμε τον εαυτό μας καλύτερα.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2007

Το παράδοξο του Διαδικτύου

Το φαινόμενο του Ψηφιακού Χάσματος αναγνωρίζεται ως μια μη ηθελημένη «συνέπεια της νεωτερικότητας» (Giddens), ως ένα σύμπτωμα της παγκόσμιας κοινωνίας της πληροφορίας και της γνώσης. Αφαιρώντας από την ανάλυσή μας κάθε κανονιστική και αξιακή αναφορά, μπορούμε να πούμε ότι η όχι και τόσο πρωτόγνωρη διαίρεση του κόσμου σε έχοντες και μη έχοντες αντανακλά τις παραδοξότητες και τις αντινομίες της ψηφιακής επανάστασης.

Από τη μια πλευρά η τεχνολογική δομή των νέων τεχνολογιών «πολλοί προς πολλούς» δημιουργεί τις ελπίδες για διαμόρφωση ένας νέου κοινωνικού χώρου άμεσης συμμετοχής και έκφρασης ατομικών και συλλογικών οντοτήτων, όπου τα αιτήματα της παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών μεταβάλλονται σε «απανταχού παρουσία» (Habermas 1997). Έτσι η «μονόδρομη σκέψη» (Τouraine 2001) της κλασικής βιομηχανικής εποχής, η οποία εξαντλείται στην έλλειψη πίστης για συγκρότηση και οργάνωση αυτόνομων συλλογικών φορέων δράσης, ικανών να επηρεάζουν πολιτικές αποφάσεις, αποδυναμώνεται σημαντικά.

Από την άλλη πλευρά η λογική κατανομής των δικαιωμάτων πρόσβασης στους προσομοιωμένους κόσμους και στον πληροφοριακό πλούτο είναι επιλεκτική και οδηγεί σε ανισότητες και σε κατάτμηση της κοινωνίας σε μεταξύ τους ασύνδετα και ανομοιογενή μέρη, απειλώντας την κοινωνική συνοχή. Έτσι συναρθρώνεται το παράδοξο μεταξύ τεχνολογικής και κοινωνικής δομής του Διαδικτύου.

Έτσι λοιπόν ανακύπτει το παράδοξο μεταξύ τεχνολογικής και κοινωνικής δομής του Διαδικτύου, το οποίο μπορούμε να καλέσουμε απλά το παράδοξο του Διαδικτύου.

Η διαλεκτική του κυβερνοχώρου συντάσσεται και ανασυντάσσεται μέσα από την διαρκή κίνηση ανάμεσα σε online και offline, ανάμεσα στο 0 και το 1, ανάμεσα στην τεχνοφοβία και την τεχνοφιλία, ανάμεσα στην εικονική ενσωμάτωση και τον εικονικό αποκλεισμό, ανάμεσα στο μέσο και το μήνυμα και τέλος, ανάμεσα στο Πραγματικό και το Εικονικό. Το Ψηφιακό Χάσμα σύμφωνα με την φιλοσοφία της «ψηφιακής διαλεκτικής» (Lunenfeld 1999) δεν μπορεί να οδηγήσει σε μια καινούργια σύνθεση, με την έννοια μιας πλήρους ανάκλησης και κατάργησης της τεχνολογίας ή μιας πλήρους ψηφιοποίησης της κοινωνίας, όπως αυτή σκιαγραφήθηκε στην τριλογία «Matrix».

Έτσι λοιπόν με το να μιλάμε γενικά και αόριστα για εξοπλισμό του πληθυσμού με υπολογιστές και δίκτυα καθώς και για εκπαίδευση του πληθυσμού πάνω σε θέματα χρήσης του μέσου, περιοριζόμαστε σε σισύφειες προσπάθειες τετραγωνισμού του κύκλου. Πολύ πιο ρεαλιστική φαίνεται η λύση της ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογιών σε συγκεκριμένους θεσμούς, όπου η κοινωνική δομή και η λειτουργία τους μπορούν να συμβάλλουν στο να γίνουν οι νέες τεχνολογίες πιο ανθρωποκεντρικές, πιο δημοκρατικές και πιο περιεκτικές (Warschauer 2004).

Ίσως θα έπρεπε να μας απασχολεί λιγότερο η δυαδική θέαση ενός ανόμοια διευρυνόμενου κόσμου, ενός κόσμου που επισκιάζεται από την διαλυτική και διασπαστική λογική του Ψηφιακού Χάσματος και να επικεντρωθούμε περισσότερο στην καταγραφή και την αξιολόγηση των κοινωνικών δομών, των κοινωνικών προβλημάτων, της κοινωνικής οργάνωσης και γενικότερα των κοινωνικών θεσμών προκειμένου να δούμε πως οι νέες τεχνολογίες μπορούν σήμερα να τους βελτιώσουν.

Έτσι λοιπόν, δεν μιλάμε πλέον για το φαινόμενο του Ψηφιακού Χάσματος και για τους τρόπους υπέρβασής του, αλλά για το πως η πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες και το πως η δημιουργική χρήση τους μπορεί να ενισχύσει την κοινωνική ενσωμάτωση σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό, διεθνές και παγκόσμιο επίπεδο. Σε όρους τεχνολογικής πολιτικής αυτό μεταφράζεται ως η μετατροπή του Ψηφιακού Χάσματος σε ψηφιακή ευκαιρία.

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2007

Ψηφιακή αποθήκευση και ινφο-σκουπίδια

Διαβάζοντας με τεταμένο το ενδιαφέρον για το τί μέλλει γενέσθαι τα επόμενα χρόνια στον κόσμο μας, εντόπισα ένα αρκετά διαφωτιστικό άρθρο σχετικά με την εντασιακή σχέση μεταξύ παραγωγής και αποθήκευσης της γνώσης.

Σύμφωνα λοιπόν με εκτιμήσεις των ειδικών ο ρυθμός με τον οποίο παράγουμε και δημοσιεύουμε πληροφορίες και γνώση καθημερινά είναι πολύ μεγαλύτερος από τη δυνατότητα αποθήκευσής τους.

Παραθέτω το απόσπασμα από την Καθημερινή της Κυριακής:

"Ψηφιακή αποθήκευση: Όσο κι αν φανεί περίεργο, ένα από τα βασικά προβλήματα που θα αντιμετωπίσει άμεσα η ανθρωπότητα είναι η ψηφιακή αποθήκευση των δεδομένων που θα παράγει. Σύμφωνα με την International Data Corporation, το 2006 ο κόσμος παρήγαγε 161 δισ.γιγαμπάιτ πληροφορίας ενώ είχε χώρους αποθήκευσης 185 δισ. γιγαμπάιτ. Με την διασύνδεση όλο και περισσοτέρων ανθρώπων στο διαδίκτυο, την έλευση του YouΤube, και των καμερών επιτήρησης, την εξέλιξη των αρχείων του δημοσίου και ιδιωτικών επιχειρήσεων το 2010 θα χρειαστούν αποθηκευτικοί χώροι 988 δισ. γιγαμπάιτ ενώ θα υπάρχουν διαθέσιμα μόνο 601 δισ. Το ένα τρίτο της ψηφιακής ανθρώπινης γνώσης θα χαθεί για πάντα." (Η Καθημερινή της Κυριακής, 14.10.2007)

Φαίνεται ότι η προσπάθεια καταγραφής και συστηματοποίησης της ανθρώπινης γνώσης που ξεκίνησε την περίοδο του Διαφωτισμού με τους Εγκυκλοπαιδιστές και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, παραμένει επιπεπλεγμένη και εγκλωβισμένη στην παραδοξότητα.

Η προφορικότητα ούτως ή άλλως είναι βραχύβια, η γραφή όμως αποτυπώνεται ανεξίτηλα στην ιστορία. Από ότι βλέπω όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει απόλυτα για την ηλεκτρονική γραφή. Κάποιο μέρος της θα χαθεί, για πάντα(;).

Ωστόσο, ξανασκεφτόμενος τον αφορισμό ότι το 2010 "το ένα τρίτο της ψηφιακής ανθρώπινης γνώσης θα χαθεί για πάντα" δεν ανησυχώ ιδιαίτερα, αφού ο χρονοκαθαριστής θα συλλλέξει τα ινφο-σκουπίδια του διαδικτυακού Γαλαξία και θα απαλλαχτούμε ελπίζω από την έντονη δυσοσμία των άχρηστων πληροφοριών.

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2007

Ορισμός του Ψηφιακού Χάσματος
Ο όρος Ψηφιακό Χάσμα είναι το μεταφραστικό ισοδύναμο του αγγλικού όρου „Digital Divide“. Οι καταβολές του εντοπίζονται στην δεκαετία του 1990, στην φάση προσαρμογής και διείσδυσης του πληθυσμού στο Διαδίκτυο. Αρχικά η σημασία του φαινομένου δεν συγκίνησε ιδιαίτερα τον επιστημονικό και πολιτικό κόσμο. Μάλιστα, πολλοί το παρομοίωσαν με το «Mercedes Divide», εννοώντας δηλαδή ότι κάποιοι στον πληθυσμό κατέχουν ένα αυτοκίνητο Mercedes, ενώ κάποιοι άλλοι όχι, ερμηνεύοντας το Διαδίκτυο σαν ένα είδος πολυτελούς διασκέδασης.

Η μαζική εμπορευματοποίηση του προσωπικού υπολογιστή, η επινόηση του Παγκόσμιου Ιστού (WWW) και η αθρόα προσχώρηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού στον κυβερνοχώρο ανέδειξε τις ανισότητες στα δικαιώματα πρόσβασης και χρήσης των νέων ΤΠΕ, κάνοντας αργότερα πολλούς να μιλούν για την διαμόρφωση μιας παγκόσμιας διταξικής κοινωνίας, διαιρεμένης σε users και losers.

Ο Robert Hassan θέλοντας να δείξει την τεράστια σημασία που απέκτησε το φαινόμενο του Ψηφιακού Χάσματος τα τελευταία χρόνια στην δημόσια σφαίρα, αναφέρει ότι το 2004 η μηχανή αναζήτησης του Google για τον όρο «digital divide» του έδωσε περίπου 667.000 σχετικές καταχωρήσεις. Ένα μήνα αργότερα ο αριθμός αυτό εκτοξεύτηκε στις 740.000. Αν δοκιμάσει κανείς σήμερα αυτήν την μεθοδολογία, ο αριθμός αυτός υπερβαίνει τις μερικές δεκάδες εκατομμύρια.

Ένας κοινά αποδεκτός ορισμός του Ψηφιακού Χάσματος δεν υπάρχει. Ωστόσο μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε τους υπάρχοντες ορισμούς σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:

1. Ορισμοί που θεματοποιούν αποκλειστικά την πρόσβαση
2. Ορισμοί που θεματοποιούν αποκλειστικά την χρήση
3. Ορισμοί που θεματοποιούν την πρόσβαση και την χρήση

Οι δομικές αδυναμίες που παρουσιάζουν από κοινωνιολογικής πλευράς οι διαθέσιμοι ορισμοί του Ψηφιακού Χάσματος συνοψίζονται στις εξής δυο:

  1. Εμμένουν να ερμηνεύουν το Διαδίκτυο με την μεταφορά του εργαλείου, δηλαδή σαν ένα μέσο μαζικής επικοινωνίας όπου μεταξύ πομπού και δέκτη υπάρχει μονόδρομη επικοινωνία. Το Διαδίκτυο όμως υπερβαίνει την φιλοσοφία του κλασικού μέσου επικοινωνίας, κυρίως με την άρση της επικοινωνιακής φραγής μεταξύ πομπού και δέκτη και απελευθερώνει ένα δυναμικό αλληλεπίδρασης. Δεν πρόκειται λοιπόν μόνο για κοινωνική ενσωμάτωση μέσω του Διαδικτύου, αλλά και μέσα στο Διαδίκτυο.
  2. Εστιάζουν την προσοχή τους σε έναν πολιτειοκεντρικό κόσμο, αγνοώντας τον ανανεωμένο και παρεμβατικό ρόλο της παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών και της συνακόλουθης «παγκοσμιοποίησης από κάτω».

Από το γνωσιακό στο ψηφιακό χάσμα
Το Ψηφιακό Χάσμα, ως τρόπος χαρτογράφησης και απεικόνισης μιας κοινωνικής πραγματικότητας που μεταμορφώνεται και μετασχηματίζεται συνεχώς από την αλληλεπίδραση της με τις Νέες Τεχνολογίες, δεν αποτελεί μια εντελώς καινούργια κατηγορία στις επιστήμες της επικοινωνίας. Η προβληματική της επίδρασης των μέσων επικοινωνίας σε διάφορα πληθυσμιακά τμήματα και κατ’ επέκταση στην διαμόρφωση της κοινής γνώμης έχει οριστεί ως το αντικείμενο μελέτης και έρευνας της επιστήμης της επικοινωνιολογίας. Ήδη, το 1970, η ερευνητική ομάδα του καθηγητή Phillip J. Tichenor του πανεπιστημίου της Minnesota διατυπώνει την υπόθεση του αυξανόμενου «γνωσιακού χάσματος».

Βλέποντας στα μαζικά μέσα επικοινωνίας της εποχής τους (τηλεόραση, ραδιόφωνο και τύπος) τις δυνατότητες για ευρεία διάδοση πληροφοριών και την προοπτική δημοκρατικής διαμόρφωσης της ατομικής υποκειμενικής γνώμης, οι ερευνητές του Tichenor αμφιβάλλουν για το κατά πόσο αυτά τα πλεονεκτήματα των μέσων επικοινωνίας είναι ισοκατανεμημένα στα διάφορα τμήματα του πληθυσμού. Έτσι, διαπιστώνουν ότι υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί διείσδυσης των μέσων, πράγμα που σημαίνει άνιση πληροφοριακή ανάπτυξη στα διάφορα πληθυσμιακά τμήματα. Ως ανεξάρτητη μεταβλητή ορίζουν εν προκειμένω το μορφωτικό επίπεδο. Όσο πιο μορφωμένος είναι κάποιος τόσο μεγαλύτερη και η οικειοποίηση της γνώσης.

Η γενικότητα και η μονοαιτιότητα αυτής της υπόθεσης περιορίστηκε σημαντικά το 1973. Διαπιστώθηκε ότι μεγάλα γνωσιακά χάσματα παρατηρούνται σε συγκεκριμένες περιοχές, όπου υπάρχει σε μεγαλύτερη έκταση υπόρρητη γνώση παρά πραγματική γνώση. Η πραγματική γνώση, που σε αυτό το πλαίσιο δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά αντικειμενική γνώση για διάφορα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας, παραμένει από ένα σημείο και έπειτα αδιαίρετη και στάσιμη. Αντίθετα η υπόρρητη γνώση είναι αυτή που μπορεί να πολλαπλασιαστεί και να αναπαραχθεί υπό ορισμένες κοινωνικές συνθήκες. Το 1977 οι Ettema και Kline διατυπώνουν την υπόθεση ανταγωνισμού σύμφωνα με την οποία το γνωσιακό χάσμα και η μεγέθυνσή του δεν αποδίδονται νομοτελειακά στο μορφωτικό επίπεδο, αλλά πολύ περισσότερο στην ατομική εμπειρία και την υποκειμενική εκτίμηση του χρήστη για τη σημαντικότητα των πληροφοριών. Οι δυο δεσπόζουσες μεταβλητές είναι το προσωπικό ενδιαφέρον και η παρακίνηση του χρήστη.

Οι αθέατες πλευρές του Ψηφιακού Χάσματος
Όταν συζητάει κανείς για το Ψηφιακό Χάσμα, το πρώτο πράγμα που του έρχεται στο μυαλό είναι κατά πάσα πιθανότητα η ελλιπής τεχνολογική υποδομή, η ανεπάρκεια ηλεκτρονικών υπολογιστών, το χαμηλό ποσοστό διείσδυσης στο Διαδίκτυο και η σχετικά υπανάπτυκτη και ολιγοπωλειακή αγορά νέων τεχνολογιών. Στις περισσότερες περιπτώσεις η διασυνδεσιμότητα και «η πρόσβαση σε έναν υπολογιστή ή σε ένα τηλεφωνικό δίκτυο, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το αν θα ανήκει κανείς στους κερδισμένους ή τους χαμένους της κοινωνίας της πληροφορίας και της γνώσης. Σε περιοχές, όπου η εξασφάλιση συνεχούς παροχής ηλεκτρικής ενέργειας δεν υπάρχει, το παραπάνω ερώτημα δεν μπορεί να τεθεί. Το πρόβλημα πρόσβασης σε πληροφορίες και γνώση μεταβάλλεται εν προκειμένω σε ένα πρόβλημα τεχνολογικής υποδομής «αγωγών και σκληρών δίσκων» (Dowe 2003, online-κείμενο).

Βέβαια υπάρχουν και οι αθέατες πλευρές του Ψηφιακού Χάσματος, οι οποίες αποτελούν προέκταση του ίδιου προβλήματος. Σύμφωνα με τους συγγραφείς Dowe και Märker, οι οποίοι επιχειρούν μια συστηματική κατηγοριοποίηση των αθέατων πλευρών του Ψηφιακού Χάσματος, μια πρώτη βασική πτυχή του εν λόγω φαινομένου είναι η δεξιότητα του ανθρώπου να χρησιμοποιεί και να αξιοποιεί προβληματοκεντρικά τα νέα μέσα επικοινωνίας. Οι συγγραφείς κάνουν έναν διαχωρισμό ανάμεσα σε πρακτική, θεωρητική και ενεργητική δεξιότητα του ατόμου για σωστή και στοχοκατευθυνόμενη χρήση των μέσων.

Η δεύτερη βασική πτυχή του φαινομένου ορίζεται σύμφωνα με τους Dowe και Märker μέσα από την ποιότητα και την ποσότητα του περιεχόμενου των πληροφοριών που διακινούνται στο Διαδίκτυο. Η απουσία χρήσιμων, εύκολα εντοπίσημων και διασυνδεδεμένων πληροφοριών που να παραπέμπουν σε γενικότερες ή ειδικότερες κατηγορίες πληροφοριών, οδηγεί σίγουρα σε περιορισμένη ικανοποίηση των αναγκών του ατόμου, αλλά και σε επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της γνώσης. Κύριο μέλημα λοιπόν των περιεχομένων των πληροφοριών παραμένει η σύμπλευσή τους με τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες χρήστη. Όταν μια πληροφορία δεν ικανοποιεί κάποια συγκεκριμένη ανάγκη, τότε δεν έχει αξία. Ο χρήστης μόλις την εντοπίσει απλά την προσπερνάει και αδημονεί να συναντήσει αυτό που πραγματικά τον ενδιαφέρει. Δεν είναι λίγες οι ιστοσελίδες εκείνες που φιλοξενούν στους χώρους τους άχρηστες και φλύαρες πληροφορίες, κατασκευάζοντας έτσι ένα συνεχώς διογκούμενο «ινφο-σκουπιδότοπο».

Οι συγγραφείς κάνουν λόγο για την ανάγκη μιας ουσιαστικής μεταβολής των περιεχομένων των πληροφοριών σε «υποδειγματικά περιεχόμενα» (vorbildliche Inhalte), μια μεταβολή δηλαδή σε πλούσιες, εύχρηστες, εύκολα προσπελάσιμες και εκπαιδευτικές τράπεζες δεδομένων, η αξιοποίηση των οποίων θα φέρνει στην επιφάνεια απέριττες κυψέλες γνώσης. Ωστόσο, στον ωκεανό των διαθέσιμων πληροφοριών και ιστοσελίδων του Διαδικτύου υπάρχουν περιεχόμενα που δεν ενδιαφέρουν κανέναν ή που ικανοποιούν πολύ περιορισμένες ανάγκες.

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2007

Αφορισμοί: ο κυβερνοχώρος. Μέρος 1ο

Ο κυβερνοχώρος δεν έχει υλική υπόσταση. Είναι αδιάστατος και αδιάσπαστος. Εκδιπλώνεται σε ένα άχωρο περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από έντονη ευμεταβλητότητα και ρευστότητα. Δεν υπόκειται στους ευκλείδιους κανόνες της γεωμετρίας περί καθετότητας και παραλληλίας, ούτε είναι δυνατή η πιστή του αναπαράσταση. Συντίθεται και αρθρώνεται από αμέτρητα διασυνδεδεμένα δίκτυα υπολογιστών, χωρίς όμως να γίνεται σαφής και μετρήσιμη η συμμετοχή του κάθε μεμονωμένου υπολογιστή στην διαμόρφωση του κυβερνοχώρου.

Ο κυβερνοχώρος δεν έχει αρχή και τέλος. Ωστόσο η δυνατότητα πρόσβασης σε αυτόν αποτελεί αρχή ή τέλος για ατομικές και συλλογικές οντότητες. Υπερβαίνει κάθε γραμμική αντίληψη περί αντικειμένου. Η εννοιολογική του οριοθέτηση δεν ταυτίζεται με την πραγματική του υπόσταση, διότι δεν είναι εκ των πραγμάτων οριοθετήσιμος.

Το μόνο που επιτρέπει στην ανθρώπινη νόηση να οσφρηστεί την μετα-οντολογία του κυβερνοχώρου είναι η επινόηση και η χρήση μεταφορών, η προσπάθεια δηλαδή οπτικοποίησης του αόρατου και οικειοποίησης του ακατάληπτου μέσω ενός κοινώς αναγνωρίσιμου και ερμηνεύσιμου συμβόλου.

Ο λαβύρινθος, το διάστημα και η υδρόγειος σφαίρα τυλιγμένη με οπτικές ίνες αποτελούν ορισμένες από τις μεταφορές που συναντάμε συχνά στους υπολογιστές μας. Αυτές δηλώνουν σχηματικά την πολυπλοκότητα και την οικουμενικότητα του κυβερνοχώρου και διαμορφώνουν έναν "μεταοπτικό χώρο" (Scarpelos 1999), όπου η συνείδηση και η εμπειρία αμφιρρέπουν μεταξύ εικονικού και πραγματικού, μεταξύ οικείου και αγνώστου, μεταξύ φυσικής αμεσότητας και τεχνητής εμμεσότητας.

Παρουσίαση βιβλίου για το Ψηφιακό Χάσμα

“Technology and Social Inclusion. Rethinking the Digital Divide”
Mark Warschauer
MIT Press, Cambridge/London 2003


Η παγκόσμια κοινωνία της πληροφορίας και της γνώσης διαδέχτηκε την βιομηχανική κοινωνία, χωρίς ωστόσο να μπορεί να δώσει εγγυήσεις για τον εξοβελισμό των φαντασμάτων της κοινωνικής ανισότητας. Αντιθέτως, σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο παρατηρούνται νέες μορφές κοινωνικής ανισότητας και διαίρεσης, οι οποίες αποκλείουν άτομα και συλλογικότητες από τον πληροφοριακό πλούτο, πολιτογραφόντας τους κατοίκους που ζουν «εκτός των ηλεκτρονικών πυλών» (Rifkin 2001) σε έναν όψιμο «Τέταρτο Κόσμο» (Castells 1996). Το γνωστό πλέον φαινόμενο του «Ψηφιακού Χάσματος» (digital divide) έχει απασχολήσει όχι μόνο την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, αλλά και τα μεταβιομηχανικά έθνη-κράτη που αναζητούν εναγωνίως λύσεις απέναντι σε ένα μείζων κοινωνικό πρόβλημα.

O Warschauer ασκώντας κριτική στις απλοϊκές και επιφανειακές αντιλήψεις για τις κοινωνικές επιδράσεις των Νέων Τεχνολογιών, οι οποίες αναλίσκονται σε έναν άγονο τεχνολογικό ντετερμινισμό, επιμηκύνει τη γραμμή σκέψης υιοθετώντας ως μεθοδολογική αρχή τη σύνδεση μεταξύ τεχνολογίας και κοινωνικής ενσωμάτωσης. Θεματοποιεί περισσότερο τις σχέσεις που διαμορφώνονται και αναδιαμορφώνονται μέσα στο τρίπτυχο «Τεχνολογία, Κοινωνία, Θεσμοί», χωρίς να καταφεύγει σε γραμμικές προσπελάσεις αιτίας-αιτιατού. Το ερώτημα, λοιπόν που προκύπτει για τον Warschauer δεν είναι το πως θα υπερβούμε το Ψηφιακό Χάσμα, εξοπλίζοντας π.χ. τους πληθυσμούς με καινούργιους υπολογιστές και δίκτυα, αλλά το πώς είναι δυνατή η κοινωνική ανάπτυξη μέσα από την αποτελεσματική ενσωμάτωση των Νέων Τεχνολογιών σε ανθρώπινες ομάδες, σε θεσμούς και σε ολόκληρες κοινωνίες (Warschauer 2003, σελ. 9).

Για να καταλήξει όμως σε μια τέτοιου είδους «θεσμιστική» (institutionalistic) παραδοχή, αναλύει σε ξεχωριστά κεφάλαια τις διάφορες πτυχές του Ψηφιακού Χάσματος, αγγίζοντας θέματα όπως, η πρόσβαση στους υπολογιστές και η διασυνδεσιμότητα (φυσικοί πόροι), τα διαδικτυακά περιεχόμενα και η γλώσσα (ψηφιακοί πόροι), η ψηφιακή εγγραματοσύνη και η (δια βίου) εκπαίδευση (ανθρώπινοι πόροι), οι ανθρώπινες κοινότητες και οι θεσμοί (κοινωνικοί πόροι). Όλοι οι προαναφερθέντες πόροι συγκροτούν ένα ενιαίο σώμα, μια συμπαγή και ολιστική προσπέλαση των ψηφιακών φαινομένων, όπου το ειδικό βάρος δεν βρίσκεται πλέον στην έννοια του Ψηφιακού Χάσματος και των συγχρωτιζόμενων τρόπων υπέρβασής του, όπου η στατιστική καταγραφή των ανισοτήτων μεταφράζεται σε πολιτική καταστολής του προβλήματος, αλλά στις «κοινωνικές δομές και λειτουργίες των θεσμών και στο πώς οι Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας μπορούν να βοηθήσουν προκειμένου (οι θεσμοί) να γίνουν πιο δημοκρατικοί, πιο δίκαιοι και κοινωνικά περιεκτικοί» (Warschauer 2003, σελ. 207).

Η γραμμή σκέψης του Warschauer υπερβαίνει τις υπάρχουσες θεωρήσεις του Ψηφιακού Χάσματος, οι οποίες εξαντλούνται συνήθως σε μια ποσοτική περιγραφή των διαφορετικών ποσοστών διείσδυσης των Νέων Τεχνολογιών στον πληθυσμό, αγνοώντας το εκάστοτε συμφραστικό πλαίσιο. Έτσι λοιπόν ο τίτλος «Rethinking the Digital Divide» εισάγει τον αναγνώστη σε ένα καθεστώς αναπλαισίωσης της συζήτησης, όπου κυριαρχεί η καινοτόμος άποψη ότι η κοινωνική και θεσμική σύνδεση των Νέων Τεχνολογιών σε διάφορες κοινωνικές περιοχές μπορεί να αυξήσει την κοινωνική ενσωμάτωση.
Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος